23 Μαΐου 2024
Reviews

On Thorns I lay – On Thorns I Lay (Season Of Mist)

Οι On Thorns I lay είναι μία μπάντα με τεράστια ιστορία στον χώρο. Ξεκίνησαν μαζί με τους προπάτορες της eλληνικής death/black σκηνής Rotting Christ, Necromantia, Septic flesh κλπ. και δεν δίστασαν να περιέλθουν σε διάφορους μετασχηματισμούς στο ύφος τους, να πειραματιστούν και τελικά να επιστρέψουν στις ρίζες τους. Κοινός παρονομαστής σε όλη τη δημιουργική τους πορεία είναι η θλίψη, η σκοτεινιά και η μοναξιά που αποπνέεται μέσα από το έργο τους. Προσδοκώ κάποια στιγμή να κυκλοφορήσει η βιογραφία του συγκροτήματος, ώστε να φωτιστούν οι πτυχές της πορείας που ακολούθησαν και η οποία είναι άκρως ενδιαφέρουσα!

Δέκατος δίσκος λοιπόν και τρίτος μετά την επιστροφή τους σε death doom μονοπάτια από το 2015 και μετά. Το album φέρει το όνομα του συγκροτήματος, το οποίο συνήθως, όταν συμβαίνει σε προχωρημένο δισκογραφικό στάδιο, αποτελεί μια δήλωση του συγκροτήματος ότι προχωρά σε μία επανεκκίνηση ή καταθέτει ένα έργο το οποίο θεωρεί ότι αποτελεί ορόσημο στην δισκογραφική του πορεία. Σε αυτή την περίπτωση νομίζω ότι συμβαίνει λίγο και από τα δύο.

Το line up έχει υποστεί αλλαγές, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τη μπάντα να δώσει ένα album απίστευτης ομορφιάς και ποιότητας. Ίσως η μεταγραφή στην Season Of Mist να έπαιξε τον ρόλο της, αφού, κατά τα λεγόμενα της μπάντας, είχαν απόλυτη ελευθερία να δημιουργήσουν το όραμά τους χωρίς παρεμβάσεις και παράλληλα τη στήριξη ενός κολοσσού του χώρου.

Ο δίσκος αποτελείται από 6 τραγούδια ατμοσφαιρικού death/doom μπολιασμένου με πολλά χορωδιακά μέρη, παραδοσιακά όργανα και ορχηστρικά περάσματα, τα οποία είναι τοποθετημένα διακριτικά στο παρασκήνιο και συμβάλουν στο να ενισχύεται η μαγεία της ατμόσφαιρας, χωρίς να διεκδικούν πρωταγωνιστικό χώρο. Εδώ να σημειώσουμε ότι το δίπολο beauty and the beast έχει εγκαταλειφθεί προ πολλού, με τα growls φωνητικά να σηκώνουν το βάρος τα ερμηνείας. Ενώ όσον αφορά τις θεματικές, κυριαρχεί το συναίσθημα του θυμού και της οργής, ο ξεριζωμός, ο πόνος, η νοσταλγία, μαζί με οικολογικούς προβληματισμούς και όλα μαζί έρχονται να υφάνουν ένα πέπλο μελαγχολίας, που σε συνδυασμό με την μελωδία δίνει ένα μοναδικό αποτέλεσμα.

Ο δίσκος ξεκινάει με το septicflesh-ικό “Fallen from grace”, στο οποίο δεσπόζουν τα συμφωνικά στοιχεία, στο βάθος χορωδιακά φωνητικά φτιάχνουν ατμόσφαιρες και εδώ συναντάμε την μόνη εμφάνιση γυναικείων φωνητικών, με την ερμηνεία της Fany Melfi να καταγράφεται ως συγκλονιστική. Η θεματική του ξεριζωμού και της καταστροφής κυριαρχεί, δίνοντας ειδικό βάρος σ’ ένα ιδανικό ξεκίνημα.

“New born skies” το επόμενο, το μικρότερο σε διάρκεια τραγούδι του album, το οποίο ξεκινάει με ένα φανταστικό διακριτικό lead, που καταλήγει σε blasts, αγριεύοντας το τοπίο. Η κιθάρα καi τα πλήκτρα συνοδεύουν όμορφα το τραγούδι καθ’ όλη τη διάρκεια.

Πρώτη κορυφή του δίσκου το οκτάλεπτο “Crestfallen”, ένα πραγματικό έπος που ξεκινάει με χρήση παραδοσιακών οργάνων για να αγριέψει στη συνέχεια, να μας δώσει μια στιγμή γαλήνης με τα πλήκτρα να συνοδεύονται από ακουστικά έγχορδα και στη συνέχεια έρχεται ένα λυτρωτικό αργόσυρτο lead που οδηγεί στην κορύφωση. Αψεγάδιαστο!

Φτάνουμε στη μέση του album με το “Among the wolves” με τον επιβλητικό αργόσυρτο ρυθμό του και τα καταιγιστικά κιθαριστικά μέρη. Ακολουθεί το “Raise Empire” ή αλλιώς το πιο επιθετικό και aggressive κομμάτι του album. Και το επιστέγασμα έρχεται στο τέλος με μία ακόμη επική σύνθεση. “Thorns of fire”, στο οποίο μάλιστα συναντάμε όλα τα στοιχεία που κάνουν αυτό το album σπουδαίο. Σωστή χρήση πλήκτρων, κιθάρες ξυράφια, υπέροχα growls και μια μαγική μελωδία βγαλμένη από τα σοκάκια της Σμύρνης, που εμφανίζεται στη μέση του τραγουδιού και το συνοδεύει μέχρι το τέλος, όπου τα πλήκτρα το κλείνουν πανέμορφα. Η θεματική έχει να κάνει με τη καταστροφή του περιβάλλοντος που οδηγεί στην καταστροφή του ανθρώπου!!!

Για την μπάντα το μόνο που θα πω είναι ότι πιάνει διαστημική απόδοση, με συνοχή και δυναμισμό, δεδομένα που ανέδειξε και η πάρα πολύ καλή παραγωγή. Συνοψίζοντας, μιλάμε για έναν φανταστικό δίσκο που θα ικανοποιήσει όλους τους φίλους του ακραίου ήχου και μπορεί ταυτόχρονα να αποτελέσει entry point στο ιδίωμα για άτομα με πιο κλασικά (metal) ακούσματα.