29 Μαΐου 2024
Extras

Warrior Path – The Mad King (Symmetric Records)

Πώς να ξεκινήσω και τί να πω γι’ αυτό το άλμπουμ; Η συγκυρία το έφερε να κυκλοφορήσει σε μια εποχή που άφηνα πίσω μου μία από τις δυσκολότερες περιόδους της ζωής μου και ίσως αυτός να είναι ένας λόγος που το αγαπώ τόσο πολύ. Επίσης, ήταν ο δίσκος που μου έστρεψε το ενδιαφέρον προς την ελληνική του σκληρού ήχου σκηνή (credit στον Κουμιώτη για την φράση) και μου άνοιξε έναν μαγικό κόσμο, ο οποίος βρισκόταν στο κατώφλι μου και περίμενε καρτερικά να ανακαλύψω το μεγαλείο του.

Τέσσερα ακριβώς χρόνια μετά την κυκλοφορία του (5 Μαρτίου 2021), γράφω για ένα άλμπουμ που το θεωρώ από τα κορυφαία που κυκλοφόρησαν στο power metal, τουλάχιστον τα τελευταία 15 χρόνια. Και πως να μην είναι κορυφαίο, αφού ιθύνων νους είναι ο υπερταλαντούχος Ανδρέας Σινάννογλου ο οποίος έχει αναλάβει τις ακουστικές και ρυθμικές κιθάρες, έχει γράψει όλους τους στίχους και τη μουσική, με συνοδοιπόρο τον αεικίνητο Bob Κατσιώνη, ο οποίος έχει συν-συνεισφέρει συνθετικά σε ένα τραγούδι, παίζει κιθάρα (lead), μπάσο, πλήκτρα και έχει επιμεληθεί και της καταπληκτικής παραγωγής και πίσω από το μικρόφωνο τον χαρισματικό Daniel Heiman. Στα δε τύμπανα βρίσκουμε ξανά τον Dave Rundle, ενώ στιχουργικά σε τρία τραγούδια μαζί με τον Ανδρέα συνέδραμε και ο Γιάννης Φιλιπιτζής.

Δέκα συνθέσεις διάρκεια 52 λεπτών συνθέτουν μια επική πανδαισία, σε έναν φανταστικό κόσμο με τρελούς βασιλιάδες, φυλές βαρβάρων που μάχονται μεταξύ τους, απογόνων που ζητούν εκδίκηση, βαδίζοντας το μονοπάτι του πολεμιστή.

Το ταξίδι ξεκινά με το “It Has Begun” και ναι, οι Warrior Path έχουν την αυτοπεποίθηση να ξεκινήσουν τον δίσκο με ένα ορχηστρικό τραγούδι, που η ποιότητά του είναι τέτοια που οι στίχοι δεν σου λείπουν καθόλου. Παράλληλα ο ρυθμός σε βάζει στο πολεμικό κλίμα που διακατέχει όλο τον δίσκο. “The Mad King”, του οποίου η ιστορία απεικονίζεται και στο καταπληκτικό εξώφυλλο του Dimitar Nikolov. Καταπληκτική εισαγωγή, ένα ήρεμο άρπισμα και αρχίζει το σφυροκόπημα. “His Wrath Will Fall”, και μεταφερόμαστε στις χώρες όπου κυριαρχεί η οργή, mid tempo εισαγωγή για να επιταχύνει στην συνέχεια. Απλό, μικρό και ευκολομνημόνευτο ρεφρέν και ένα πανέμορφο σόλο στην κιθάρα, συνθέτουν ένα υπέροχο κομμάτι.

“Beast Of Hate” και από το εναρκτήριο ουρλιαχτό του Daniel και τον καλπάζων ρυθμό, καταλαβαίνεις ότι έχεις να κάνεις με ένα αριστουργηματικό κομμάτι. Απίστευτη δομή, με κουπλέ και ρεφρέν που κολλάνε στο μυαλό από την πρώτη ακρόαση. Η δε θεματική της μάχης με το θηρίο του μίσους, παρουσιάζεται τόσο όμορφα, που προκαλεί ανατριχίλα. Φανταστικά πράγματα από τις κιθάρες και τα πλήκτρα. Ένα αψεγάδιαστο power metal Διαμάντι.

To “Don’t Fear The Unknown”, που είναι και το μεγαλύτερο κομμάτι του δίσκου, ξεκινά με μια ονειρική μακροσκελή εισαγωγή, όπου μεταβαίνουμε σταδιακά από ακουστικές και ήσυχες φόρμες σε ηλεκτρικές καταιγίδες με την ταχύτητα να ανεβαίνει. Η ιστορία του γιου που έμεινε πίσω για να πεθάνει, αλλά κατάφερε να επιβιώσει και τώρα αναζητά εκδίκηση, αναπτύσσεται όμορφα μέσα από τους στίχους, με το τραγούδι να κάνει ένα σπάσιμο του ρυθμού από την μέση με μια παύση και να ξαναχτίζεται με τις κιθάρες αυτή την φορά να έχουν το πάνω χέρι.

Το “Savage Tribes” ξεκινάει με τα βούκινα να σημαίνουν επιδρομή και τις άγριες φυλές να εφορμούν και να προκαλούν μακελειό. Αλλά αυτή την φορά υπάρχουν κάποιοι που είναι έτοιμοι να προβάλουν σθεναρή αντίσταση, όποιο και αν είναι το κόστος. Άλλο ένα εκπληκτικό κομμάτι με άψογα riffs, αυξομειώσεις στον ρυθμό και εκπληκτικό ακουστικό μέρος κάπου στην μέση, όπου ο ρυθμός πέφτει και έρχεται ένα φανταστικό lead για να μας οδηγήσει στο τελευταίο μέρος του τραγουδιού.

Και αν μέχρι εδώ όλα πήγαιναν περίφημα, εδώ έχουμε ένα έπος τσέπης που το κατατάσσω στα αγαπημένα μου τραγούδια ever. Ο μουντός ήχος της βροχής συνοδεύεται από κιθάρες και χορωδιακά πλήκτρα, μια απαγγελία που ξεκινάει με το «This is my father’s sword» και τελειώνει με έναν όρκο εκδίκησης. Και όπως τα ομηρικά έπη, έτσι και εδώ, δρώντας με παραοικονομία, μεταφερόμαστε πίσω στον χρόνο για να δούμε τα γεγονότα που οδήγησαν τον ήρωα μας να πάρει τον όρκο του. Έχω να συναντήσω τέτοια επική περιγραφή της σχέσης πατέρα-γιου από το Defender των Manowar, αν και εδώ νομίζω ότι στιχουργικά τουλάχιστον παρουσιάζεται καλύτερα, αφού υπάρχει άμεση επαφή μεταξύ των δύο. Η δε μουσική που ντύνει το concept είναι μοναδική, επική καθ’ όλη τη διάρκεια, να οδηγείται σε crescendo στις στιγμές που θέλει να τονίσει και να ηρεμεί στις στιγμές που θέλει να θρηνήσει. Αυτό ήταν το “Avenger”. Ανατριχιάζω κάθε φορά που το ακούω.

Ακολουθεί το “Out From The Shadows” να μας καλμάρει λίγο με το κολλητικό ρεφρέν του. Το “Neverending Fight” μας προτρέπει να μην σταματήσουμε ποτέ να κυνηγάμε τα όνειρά μας παρόλες τις δυσκολίες. Και πάλι μια υψηλού επιπέδου ερμηνεία από τον Heiman, ενώ και εδώ οι κιθάρες κεντάνε. Το κομμάτι θεωρώ ότι έχει μια αύρα των παλιών Firewind, ιδιαίτερα στο ρεφρέν.

Και φτάνουμε στο τέλος. “Last Tale”, το οποίο ξεκινάει ως ακουστική μπαλάντα. Εκπληκτικοί στίχοι δημιουργούν μια απίστευτα επική ατμόσφαιρα, ενώ στην συνέχεια και για ακόμη ένα κομμάτι έχουμε αλλαγή τόσο στον ρυθμό όσο και στην δυναμική του τραγουδιού. Εκπληκτικός τρόπος να κλείσει ένα καταπληκτικό άλμπουμ!

Κλείνοντας να πω ακόμη μια φορά ότι έχουμε να κάνουμε με ένα εξαιρετικό δείγμα power metal με φρέσκες ιδέες, επικό feeling και τραγούδια δομημένα με πάρα πολύ ενδιαφέροντα τρόπο. Η θέση του είναι δίπλα στο player μου και το ακούω ανελλιπώς. Ένας δίσκος κόσμημα για την ελληνική σκηνή!