25 Ιουνίου 2024
Reviews

ΑΚΟΥΣΑΜΕ ΠΡΩΤΟΙ: Eons Aura – Hybris-Nemesis-Death (Sleaszy Rider Records)

Η αλήθεια είναι πως το ντεμπούτο άλμπουμ της νέας μπάντας του Μιχάλη Γαλιάτσου το περίμενα με πάρα πολύ μεγάλη αγωνία. Την πληροφορία για την επερχόμενη κυκλοφορία του την είχαμε από πολύ νωρίς και έτσι απλά περίμενα υπομονετικά -ή όχι και τόσο υπομονετικά- να φτάσει το υλικό στα γραφεία του περιοδικού έτσι ώστε να μπορέσω να ασχοληθώ απρόσκοπτα με την ακρόαση του δίσκου και τη συγγραφή του παρόντος κειμένου -με τον Βαλκανίδη να με ρωτάει για το αν θα καλύψουμε το επερχόμενο live των Christ στην Θεσσαλονίκη, τον Ευθυμίου να μου ζητάει κάτι progressive για κριτική και τον Λυρίτση να μου εκφράζει την ανέλπιστη χαρά του για την αναβίωση του post punk στις μέρες μας, ναι όλα αυτά ταυτόχρονα από messenger, viber και κινητό-. Όπως και να έχουν τα πράγματα όμως και όσο και να μην αλλάζω με τίποτα το καθημερινό GR δημιουργικό χάος, τα κινητά έπρεπε να μπουν στο mute. Οι Eons Aura πήραν τον πρώτο λόγο.

Το “Hybris-Nemesis-Death” αποτελεί μια συνειδητή επιστροφή στις ρίζες του early 90ς σκοταδιού το οποίο αποκτά πλήρη υπόσταση ως ρεύμα τέχνης μέσα στο ευρωπαϊκό extreme metal underground. Ο Γαλιάτσος δημιούργησε, καλλιέργησε και εξέλιξε σε έναν μεγάλο βαθμό την κιθαριστική του φρασεολογία μέσα στο ρεύμα της εποχής εκείνης, σχηματοποιώντας ένα εντελώς δικό του προσωπικό στυλ.Οι ρίζες, η κατ ιδίαν ηχητική σφραγίδα μα και οι επιρροές, όλα δημιουργούν ένα είδος σύνοψης σε αυτό το ντεμπούτο:

Μια προσεκτική ακρόαση στα κιθαριστικά θέματα που αποτελούν την βάση κάθε τραγουδιού που υπάρχει στο συγκεκριμένο άλμπουμ, θα φέρει στο προσκήνιο αυτήν την απόλυτη συμμετρία ανάμεσα στον δραματικό σκοταδισμό των Celtic Frost του “Into the Pandemonium” και την ρομαντική τραγικότητα συγκροτημάτων όπως οι Γάλλοι Misanthrope. Και αυτό είναι μόνο η αρχή.  Όσο περισσότερο ακούει κανείς τον δίσκο θα ανακαλύψει πως ουσιαστικά εδώ επιχειρείται ένα είδος χρυσής τομής που συνδυάζει ακόμα περισσότερες 90ς black και death metal αναφορές εδάφους ευρωπαϊκού.

Η επιθετικότητα συνυπάρχει με την αινιγματική εσωστρέφεια, η τραχύτητα με τις αιθέριες μελωδίες που φορές, φορές δημιουργούν μια στιγμιαία ασάφεια σαν να μην προέρχονται από τα εγκόσμια. Θεωρώ πως στον συνθετικό τομέα έχει γίνει εξαιρετική δουλειά. Δεν θα παραλείψω να αναφέρω πως σε αρκετές περιπτώσεις τα κομμάτια αποκτούν και έναν πιο πομπώδη χαρακτήρα -όπως στην τριάδα “The Raven God in the Sky”, “Tithonus (The Immortal Dead)” και “The Forest Demon”. Θεωρώ επίσης τα κομμάτια “The Curse of the Underdog” και “1944 The Hand of Fate” ως πραγματικά μεγάλες στιγμές του άλμπουμ.

Σίγουρα θα αναρωτιέστε για τις κοινές συνισταμένες του υλικού με τους Nightfall μιας και το όνομα του Γαλιάτσου έχει ταυτιστεί με την συγκεκριμένη μπάντα, είτε μιλάμε για την χρυσή περίοδο 91-95, είτε για την περίοδο 97-99, είτε για το μετέπειτα comeback του στο σχήμα. Η κοινή στόφα υπάρχει σε σημεία –Γαλιάτσος γαρ-, μα με σιγουριά μπορώ να τονίσω πως ο σκοπός του άλμπουμ δεν είναι να αποτελέσει ένα Nightfall clone. Έχει πολλά περισσότερα να δώσει, στο πλαίσιο της ποικιλομορφίας του.

Ρίχνοντας κανείς μια ματιά στο line up της μπάντας θα ανακαλύψει πως το κάθε μέλος έχει διανύσει τα δικά του χιλιόμετρα στη φάση και όπως είναι αναμενόμενο η συμβολή του κάθε μουσικού  στο γενικότερο ηχητικό στίγμα του άλμπουμ είναι καθοριστική: Ο Δημήτρης Αγγελόπουλος (πρώην Nightfall, νυν Snowblind -το έτερο σχήμα του Γαλιάτσου μαζί με τους θεούς Blind Justice-) βρίσκεται στις κιθάρες. Στα φωνητικά έχουμε τον Κώστα “Corax” Κατοίκο (Blossom Death, In Burial, Corax B.M., πρώην Sorrowful Angels), στο μπάσο τον Γιάννη Λιτινάκη (Reflection, Fire And Steel) ενώ ο Γιάννης “Morker” Χαρίσκος (Corax B.M.) βρίσκεται πίσω από το drum kit.

Η παραγωγή είναι όπως πρέπει και πιστεύω πως δίνει ένα boost παραπάνω στα κομμάτια του άλμπουμ, φέρνοντας σε πρώτο πλάνο τόσο τις δυναμικές τους όσο και τον τραχύ, μελωδικό χαρακτήρα τους.

Κλείνω τονίζοντας πως το άλμπουμ ικανοποίησε τις προσδοκίες μου με το παραπάνω. Ο πήχης είχε ανέβει εξάλλου αρκετά ψηλά με το “The Curse of the Underdog” -πρώτο single του άλμπουμ- και πλέον έχοντας ακούσει ολόκληρο το δίσκο μπορώ να πω πως και τα υπόλοιπα κομμάτια βρίσκονται στο σύνολο τους, στα ίδια υψηλά επίπεδα. Έχουμε ένα νοσταλγικό άλμπουμ το οποίο μας πηγαίνει καρφί στα early 90s, χωρίς όμως να ακούγεται ούτε επιτηδευμένο, ούτε παρωχημένο. Αναπνέει στην εποχή του και μοιράζει γενναιόδωρα το σκότος του.