14 Απριλίου 2026
Featured Reviews

Yoth Iria – Gone With the Devil (Metal Blade)

Το έχω γράψει και αναφέρει αρκετές φορές στο παρελθόν ότι το τρίτο full length της εκάστοτε μπάντας, έχει κομβική σημασία για την συνολική πορεία της. Λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τον παράγοντα “χρόνος” αλλά και τον παράγοντα “στόχος”, ένα συγκρότημα που δεν λειτουργεί ως κομήτης, μα δισκογραφεί συνειδητά μέσα σε ένα ευρύτερο καλλιτεχνικό -αλλά και γενικότερο- πλάνο, πρέπει να έχει μπορέσει να μετατρέψει το πηγαίο ταλέντο σε μια ολοκληρωμένη αισθητική και καλλιτεχνική πρόταση, θέτοντας καινούρια και υψηλότερα σε σχέση με το παρελθόν standards. Με βάση τα παραπάνω, είναι ακριβώς το τρίτο άλμπουμ που σηματοδοτεί αυτό που λέμε “το επόμενο μεγάλο βήμα”.

Στην περίπτωση του “Gone With The Devil” οι παραπάνω διαπιστώσεις μπορούν να προκύψουν απλά διαβάζοντας το όνομα της Metal Blade στην ετικέτα του δίσκου, ή απλά δίνοντας βάση στα όσα δηλώνει η ίδια η μπάντα για το συγκεκριμένο άλμπουμ, πριν ακόμα αφήσουμε τη μουσική να γεμίσει το χώρο:

«Αυτή τη φορά μπήκαμε στο στούντιο με ξεκάθαρη πρόθεση να δημιουργήσουμε έναν δίσκο-ορόσημο για το συγκρότημα.».

Όσοι παρακολουθούν στενά την πορεία των Yoth Iria από το πρώτο “Under His Sway” EP του 2020 -για την επανακυκλοφορία του οποίου γράψαμε προσφάτως εδώ-, μέχρι και τις μέρες μας, σίγουρα έχουν αντιληφθεί πως έχουμε να κάνουμε με μια μπάντα που δεν επαναπαύεται στις δάφνες της. Θα μπορούσε… Αλλά δεν… Βλέπετε από το 1985 και την εποχή των Black Church, μέχρι το 93 και το “Thy Mighty Contract” ντεμπούτο των Rotting Christ –στο οποίο εμφανίζεται για πρώτη φορά η αναφορά στην δαιμονική οντότητα Yoth Iria-, και από την χρυσή πρώτη περίοδο των Varathron, μέχρι το εκ νέου Yoth Iria summoning του 2020, υπάρχει ένας άσπαστος συνδετικός κρίκος: Ο συνθέτης, μπασίστας και στιχουργός Jim “Mutilator” ο οποίος -μαζί με μια χούφτα τολμηρών- διαμόρφωσε και εν τέλη σφράγισε μια για πάντα, το ύφος και τη φόρμα του Ελληνικού black metal. Θα μπορούσε λοιπόν ο Mutilator -όπως έχω γράψει και στο παρελθόν- να μείνει στις δόξες του παρελθόντος, επέλεξε όμως να επιστρέψει στη δημιουργία και στο χάραγμα ενός καινούριου μονοπατιού. Οι Yoth Iria με το “Gone With The Devil” βρίσκονται τώρα, αυτή τη στιγμή, στο κρισιμότερο σημείο αυτής της διαδρομής, κουβαλώντας την κληρονομιά και την ρίζα, μα κοιτώντας ίσια μπροστά. Σαν ενα τολμηρό αρπακτικό που σκίζει τους ματωμένους ουρανούς μόνο με την κοφτερή ματιά του.

Το βάπτισμα του πυρός δόθηκε με το πρώτο single του δίσκου και αναφέρομαι φυσικά στο “The Blind Eye of Antichrist”, ένα μεγάλο μέρος του οποίου βασίζεται στον Σέρβικο θρησκευτικό ύμνο του επισκόπου Nikolaj Velimirović με τίτλο “Pobedna Pesma”, η χαρακτηριστική Βυζαντινό-Μεσογειακή του μελωδία εναρμονίζεται άψογα με τα black metal parts της σύνθεσης, ενώ η χρήση του ως βασικό εισαγωγικό θέμα, προικίζει το κομμάτι με αυτήν την αίγλη που όχι απλώς το χαρακτηρίζει μα γίνεται στοιχείο απόλυτα κυρίαρχο. Πραγματικά αδυνατώ να μετρήσω το πόσες φορές έχει παίξει το συγκεκριμένο τραγούδι στο repeat από τότε που κυκλοφόρησε. Και ναι μπορώ να παραδεχτώ πως έχω προβεί σε ακόμα περισσότερες και επαναλαμβανόμενες ακροάσεις σε αυτό το ala “Dead Poem” riff που δεσπόζει στο part του guitar solo. Κρατήστε το αυτό γιατί τέτοια παρόμοια riffs που φέρνουν σε πρώτο πλάνο αυτή τη σκιώδη heavy metal υπεροχή που ανακλά την κλασσική Ελληνική black metal φόρμα, θα τα συναντήσουμε πολλές φορές μέσα στο άλμπουμ. Κατά τα άλλα οι Yoth Iria παίζουν ένα παιχνίδι ευφυίας και ενδεχόμενου σαρκασμού, χρησιμοποιώντας έναν Χριστιανικό ύμνο για να γράψουν το πιο κολλητικό black metal κομμάτι των τελευταίων ετών, με τη λέξη “Antichrist” ως φαινομενικά ευθεία αναφορά στον τίτλο. Τα υπόλοιπα σας αφήνω να τα ανακαλύψετε διαβάζοντας τους στίχους και βλέποντας το αριστουργηματικό βίντεο. Περισσότερη ανάλυση για το single έχει κάνει και ο Ανδρικόπουλος εδώ, ξαναδιαβάστε για να μπείτε στο κλίμα.

Επί της ουσίας το “The Blind Eye of Antichrist” αποκαλύπτει στον ακροατή την υφολογική κατεύθυνση του άλμπουμ και το στοιχείο που κυριαρχεί σε όλα τα κομμάτια του “Gone With the Devil”, αναφέρομαι στην αμεσότητα: Έχω και στο παρελθόν αναφερθεί στον μουσικό συνδυασμό που έχει επιχειρήσει η μπάντα στην πορεία της: Να κρατήσει δηλαδή την 90ς Ελληνική black metal στόφα φέρνοντας κάθε φορά και σε κάθε κυκλοφορία καινούρια στοιχεία. Στο “Gone With the Devil” αυτός ο συνδυασμός παρουσιάζεται στην πιο ισορροπημένη εκδοχή του, με μουσικό development απόλυτης ευθύτητας, που ενώ φέρνει στο προσκήνιο όλη την riffολογία της mutilator σχολής, αφήνει ταυτόχρονα χώρο για αυτές τις μαγευτικές μελωδίες που οι ρίζες τους χάνονται σε Ανατολή, Μεσόγειο και Βαλκάνια. Είναι αυτές οι μελωδίες που γίνονται τελικά το σημείο αναφοράς σχεδόν σε κάθε κομμάτι. Όπως για παράδειγμα στο εξαίρετο “Woven Spell of a Demon”.

Ως επιπλέον επιβεβαίωση όλων των παραπάνω μπορεί κανείς να παρατηρήσει το εισαγωγικό θέμα του “Give Em My Beautiful Hell” το οποίο σταδιακά δίνει την κατεύθυνση ανάπτυξης του κομματιού αφήνοντας χώρο τόσο στο riffing όσο και στα lead guitar parts. Το κιθαριστικό δίδυμο των Perlepe και Naberius κάνει πραγματικά θαύματα, όχι μόνο εδώ μα σε ολόκληρο το άλμπουμ. Ακούστε για παράδειγμα το κυρίως κιθαριστικό θέμα στα κουπλέ του “Once In a Blue Moon” και ελάτε να μιλήσουμε για πραγματική καθαριστική ευφυΐα μέσα σε black metal φόρμες. Το συγκεκριμένο το θεωρώ όχι μόνο από τις κορυφαίες στιγμές του άλμπουμ, μα μια από τις κορυφαίες στιγμές των Yoth Iria γενικά. Πομπώδες και επιβλητικό μέσα στην τραγική μελωδικότητα του, οδηγεί τον ακροατή στις παρυφές της λύτρωσης, ειδικά με το ρεφρέν και τον επίλογο του.

A new dawn will rise, from the ash and the gloom
Await the rebirth, once in a blue moon.

Θέλω να τονίσω σε αυτό το σημείο, το πόσο αρμονικά συνυπάρχουν οι Mutilator και Perlepes ως βασικοί συνθέτες του υλικού. Το διαφορετικό ύφος του καθένα διασταυρώνεται με απόλυτη συνοχή μέσα στα κομμάτια, δημιουργώντας έναν αξιοπρόσεκτο πλουραλισμό σε επίπεδο θεμάτων που καταλήγει τελικά σε ένα απόλυτα δεμένο σύνολο, πως εν τέλη, μόνο ως Yoth Iria μπορεί να ταυτοποιηθεί.

Το “Dare to Rebel” είναι από πιο straight κομμάτια του άλμπουμ, με τα ορχηστρικά του parts να βουτούν στο Laibach σύμπαν παίρνοντας και λίγο από Ανατολή. Ενώ η κιθαριστική του φόρμουλα μας φωτογραφίζει τις βασικές συνισταμένες που έθεσαν οι Yoth Iria του σήμερα, από την εποχή του EP ως το τώρα. Δώστε ιδιαίτερη προσοχή στις μπασογραμμές του Mutilator στο κομμάτι αυτό, τα θέματα του, όχι μόνο στο συγκεκριμένο τραγούδι, μα σε ολόκληρο το άλμπουμ δίνουν στο υλικό μια επιπλέον έξτρα δυναμική και ένα touch σκοτεινής μουσικότητας που εν τέλη λειτουργεί σαν trademark στοιχείο στους Yoth Iria.

Στο “I, Totem” τα ανατολίτικα στοιχεία συνυπάρχουν με το ala “Fifth Illusion” main riff, αφήνοντας τον Vongaar να ξεδιπλώσει ίσια μπροστά μας, όλες τις ντραμιστικές του αρετές. Είναι συγκλονιστική η μεταμόρφωση του κομματιού από τη μέση και μετά, και ναι κύριοι, μπορούν να υπάρξουν και progressive parts σε μια black metal σύνθεση.

Τα καθαρά φωνητικά του He είναι το πρωταγωνιστικό στοιχεία στο “3AM”, ενώ στο “Blessed be He who Enters” θα συναντήσουμε μια από τις πιο συγκλονιστικές του ερμηνείες σε ένα κομμάτι που σου καρφώνεται στο μυαλό από την πρώτη στιγμή -και σου θυμίζει πόσο ωραία ήταν όλα το 1996-.

Καλπάζων και πομπώδες το βασικό κιθαριστικό θέμα του “End of Known Civilization” οδηγεί στη σταδιακή κορύφωση του κομματιού με όλη τη μπάντα να δίνει τα ρέστα της. Ακούστε το εκπληκτικό σόλο και τον Vongaar να οργιάζει από πίσω και θα καταλάβετε ακριβώς τι θέλω να πω. Το συμφωνικό touch αλλά και το σχεδόν εμβατηριακό κλείσιμο, δίνουν το κάτι παραπάνω στο κομμάτι.

Προβλέπω από τώρα πως το “Harut, Government, Fallen” θα γίνει το απόλυτο συναυλιακό κομμάτι των Yoth Iria -βέβαια σε τέτοιου είδους εκτιμήσεις ο ειδικός είναι ο Μαραγκός αλλά ας κάνω και εγώ μια προσπάθεια-. Έχουμε να κάνουμε με ένα επικό -με την κυριολεκτική έννοια του όρου- μαυρομεταλικό αριστούργημα που κουβαλά την “Non Serviam” στόφα και λειτουργεί θαυμάσια ως επίλογος του δίσκου:

Ενός δίσκου που πραγματικά με άφησε έκπληκτο: με την αμεσότητα του, την σωστή χρήση των επιμέρους μουσικών στοιχείων που δημιουργούν το σύνολο του αλλά και το πηγαίο ταλέντο που είναι χωρίς αμφιβολία η πρώτη και κύρια ύλη του.

Με απόλυτη σιγουριά σημειώνω πως αν στο μέλλον κάποιος που ενδεχομένως δεν γνωρίζει την μπάντα, μου ζητήσει να του προτείνω ένα άλμπουμ για να γνωρίσει τους Yoth Iria, αυτό θα είναι σίγουρα το “Gone With the Devil”.

Έχουμε να κάνουμε με το ωριμότερο δείγμα γραφής των Yoth Iria. Με την κατάθεση της αστείρευτης μαύρης φλόγας που επιβάλλεται να είναι ο οδηγός στο μεγάλο μονοπάτι των τολμηρών: Blessed Be He Who Enters.