Εταιρεία: Tenebrd Music
Έτος: 2013
Μορφή Κυκλοφορίας: Full-length
Προχώρησα προς τον βωμό της ιέρειας με σεβασμό και δέος προς τους προαιώνιους θεούς μας.
Καθώς έσκυψα το κεφάλι, με κοίταξε βαθιά στα μάτια και μου έδωσε τον χρησμό:
«Τέκνον, κράτα σταθερή την καρδιά σου.
Όπως η δρυς αντέχει στους λυσσαλέους ανέμους,
έτσι κι εσύ θα σταθείς απέναντι στις δοκιμασίες σου.
Μη φοβηθείς — η δύναμη που αναζητάς
κοιμάται ήδη μέσα σου. Ξύπνησέ την.»
Τα λόγια της αντήχησαν σαν ψίθυροι που αναδύονται από αρχαία σπήλαια, σαν ανάσα που διασχίζει παγωμένα δάση και βουνοκορφές λουσμένες στο φως της σελήνης. Και κατά μία έννοια, έτσι ακριβώς πρέπει να προσεγγίσει κανείς το “Arcane Mysteries of Dead Ancestors” των Hell Poemer — το ντεμπούτο full-length τους, ένα έργο 42 λεπτών που στέκεται ως πράξη αφοσίωσης όχι μόνο προς το black metal ως ιδίωμα, αλλά ειδικότερα προς την πνευματική και μελωδική παράδοση της ελληνικής σκηνής. Πρόκειται για έναν δίσκο θεμελιωμένο στον σεβασμό προς την προγονική μνήμη, τη μυθολογική συνείδηση και την επική αφήγηση, αποφεύγοντας ταυτόχρονα την παγίδα του στείρου μιμητισμού.
Από τα πρώτα κιόλας λεπτά του “Exiled in the Fogwoods (Ordo Lycaoni)”, ο ακροατής βυθίζεται σε έναν κόσμο παγωμένων δασών, παγανιστικών τελετών και προγονικών όρκων. Η ατμόσφαιρα δεν λειτουργεί διακοσμητικά — αποτελεί τον ίδιο τον πυρήνα του έργου. Τα riffs φέρουν εκείνη την αδιαμφισβήτητη ελληνική αίσθηση μελωδίας: επιβλητική, ηρωική, ελαφρώς μελαγχολική, μα βαθιά θριαμβευτική στο πνεύμα.
Αναπόφευκτα, γεννώνται συγκρίσεις με θεμέλιους λίθους της σκηνής όπως οι Varathron και οι Rotting Christ. Η μελωδική ανάπτυξη, ο επικός βηματισμός, η τελετουργική αύρα — όλα παραπέμπουν στη χρυσή εποχή του ελληνικού black metal. Ωστόσο, οι Hell Poemer δεν αντιγράφουν τα πρότυπά τους· αφομοιώνουν αυτή την κληρονομιά και τη μεταπλάθουν μέσα από τη δική τους στιχουργική και συνθετική ταυτότητα.
Ένα από τα πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του άλμπουμ είναι η δίγλωσση στιχουργική του προσέγγιση. Αγγλικά και νέα ελληνικά συνυπάρχουν οργανικά σε ολόκληρο το έργο. Τα αγγλικά ανοίγουν την αφήγηση σε ένα διεθνές ακροατήριο, ενώ τα ελληνικά φέρουν ένα σχεδόν λειτουργικό βάρος. Τα τοπία που περιγράφονται — ορεινά ιερά, Δελφικοί ναοί, χθόνιες επικλήσεις — μοιάζουν άρρηκτα δεμένα με την ελληνική γλώσσα. Αντί να αποξενώνει τον μη ελληνόφωνο ακροατή, αυτή η επιλογή ενισχύει τη μυσταγωγική ατμόσφαιρα και υπογραμμίζει την αυθεντικότητα του δίσκου.
Το “Temple of the Apollonian Wisdom (Δελφικό Νεκρομαντείο)” μεταφέρει τον ακροατή σε ένα ομιχλώδες ιερό στις παρυφές του Παρνασσού, όπου προφητικοί ψίθυροι αντηχούν κάτω από ιερά σύμβολα. Το κομμάτι ισορροπεί ανάμεσα στη μελωδία και την αποκρυφιστική ένταση, αποπνέοντας μια αίσθηση που είναι ταυτόχρονα αρχαία και διαχρονική.
Το “Blessed by the Chthonic Wrath of the Ancient Gods” ανυψώνει ακόμη περισσότερο την επική διάσταση. Εδώ, φάλαγγες προελαύνουν, η Νέμεσις αναμένει και η κοσμική δικαιοσύνη εκτυλίσσεται υπό το σεληνιακό φως. Ο πολεμικός ρυθμός συγχωνεύεται με μελωδική μεγαλοπρέπεια, αποτυπώνοντας την ουσία του ηρωικού black metal χωρίς να διολισθαίνει σε κενό στόμφο.
Η κάθοδος συνεχίζεται με το “An Ode to the Dark Realms of Hades”, μια υμνολογική επίκληση στις θεότητες του Κάτω Κόσμου, και ακολουθεί το εσωστρεφές και μεταφυσικό Astral Pathway, όπου το επίκεντρο μετατοπίζεται από τη δόξα του πεδίου της μάχης στην κοσμική υπέρβαση. Ο δίσκος δεν είναι μονοδιάστατος· ισορροπεί την πολεμική ορμή με φιλοσοφικό στοχασμό.
Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η διακριτική αλλά ουσιαστική χρήση folk στοιχείων. Το φλάουτο — με χαρακτηριστική παρουσία στο “Triumphant Battle in Hyperion’s Winter” — αρχικά μπορεί να ξενίσει μέσα σε ένα black metal πλαίσιο. Με τις επαναλαμβανόμενες ακροάσεις, όμως, ο ρόλος του καθίσταται σαφής. Δεν πρόκειται για επιφανειακό folk τέχνασμα ούτε για απόπειρα ένταξης σε τάσεις. Αντιθέτως, λειτουργεί ως ενισχυτής ατμόσφαιρας, διευρύνοντας το ηχητικό πεδίο προς μια σχεδόν συμφωνική διάσταση, διατηρώντας παράλληλα τον ακατέργαστο πυρήνα του black metal.
Οι χειμερινές εικόνες του κομματιού — χιονισμένες κορυφές, λύκοι που καραδοκούν σιωπηλά, τελετές του ηλιοστασίου — αποκτούν σχεδόν κινηματογραφική ένταση. Το folk στοιχείο δεν αποσπά, αλλά εμψυχώνει το τοπίο, ενισχύοντας τη βύθιση.
Το “When Ichor Calls for War” στέκει ως ο αποκορύφωμα-ύμνος μάχης του δίσκου. Πολεμικό, αδυσώπητο και στεφανωμένο με ομηρικές αναφορές, συμπυκνώνει το επικό ήθος του έργου. Η αίσθηση προγονικής υπερηφάνειας και παγανιστικής αναγέννησης είναι απτή, ενώ η σύνθεση παραμένει μουσικά πειθαρχημένη και συμπαγής.
Πίσω από αυτό το εμψυχωμένο έργο βρίσκεται ένα δεμένο σχήμα. Ο Infernal Lord αναλαμβάνει φωνητικά, πλήκτρα και φλάουτο, διαμορφώνοντας μεγάλο μέρος της δραματικής και ατμοσφαιρικής ταυτότητας του άλμπουμ. Οι Knafos και Neron υφαίνουν μελωδικά το κιθαριστικό οικοδόμημα με ακρίβεια και πεποίθηση, ο Gragonith στηρίζει με στιβαρές μπασογραμμές, ενώ ο Dark Archon προσδίδει στα τύμπανα την απαραίτητη ισορροπία ανάμεσα στην επιθετικότητα και τον επικό ρυθμικό έλεγχο. Η συμμετοχή του Stefan Necroabyssious (Varathron) στα επιπλέον φωνητικά προσθέτει συμβολικό βάρος, υπενθυμίζοντας ότι το ελληνικό underground λειτουργεί ως αδελφότητα — δεμένο από κοινή αφοσίωση και όχι ανταγωνισμό.
Εν τέλει, το “Arcane Mysteries of Dead Ancestors” στέκει ως μνημείο επικής μεγαλοπρέπειας μέσα στην παράδοση του ελληνικού black metal. Καλλιεργεί την ατμόσφαιρα με αξιοσημείωτο βάθος, τιμά τις προγονικές του ρίζες με αταλάντευτο σεβασμό και ανυψώνει τον επικό λυρισμό σε επίπεδο σχεδόν τελετουργικής επιβλητικότητας.
Δεν πρόκειται απλώς για μελωδικό black metal — πρόκειται για μελωδία σμιλεμένη σε ηρωική μορφή. Όχι απλώς επικό — αλλά μεγαλόπρεπο, με κλίμακα που μοιάζει λαξευμένη σε πέτρα και στεφανωμένη με φλόγα. Οι συνθέσεις αναπνέουν με σεμνή αυθεντία, ξεδιπλώνονται σαν αρχαίοι ύμνοι που αναγεννώνται κάτω από έναν νυχτερινό ουρανό. Η παράδοση δεν διατηρείται εδώ ως απλή ανάμνηση· αναζωπυρώνεται ως ζωντανή φλόγα.
Και καθώς οι τελευταίοι απόηχοι σβήνουν στη σιωπή, μπορεί κανείς σχεδόν να ακούσει ξανά τη φωνή της ιέρειας:
«Ακροατή, άνοιξε την καρδιά σου και δέξου αυτή τη μουσική που αναβλύζει από τους προαιώνιους θεούς.
Άφησε τις προγονικές φωνές να μιλήσουν μέσα από τα riffs και τις επικλήσεις.
Στάσου αγέρωχος σαν την ιερή δρυ και θυμήσου ποιος είσαι.
Διότι μέσα σε αυτούς τους ύμνους κρύβονται τα λησμονημένα μονοπάτια —
και μόνο όσοι τολμήσουν να τα βαδίσουν θα αφυπνίσουν τη φλόγα που ποτέ δεν έσβησε.»
Γιώργος Τσιότσιος

