
Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στους Battleroar. Είναι από εκείνες τις μπάντες που εμφανίστηκαν την εποχή των early twenties μου, και μερικές φορές νιώθω ότι μεγαλώσαμε μαζί. Είκοσι τρία χρόνια έχουν περάσει από τότε που άκουσα τα πρώτα τους τραγούδια και τώρα βρίσκομαι στην παρουσίαση του νέου τους άλμπουμ.
Το listening session πραγματοποιήθηκε στο Manos Backline Services Studio στον Ταύρο, στην Αθήνα. Όλα τα μέλη της μπάντας ήταν παρόντα, ο μπουφές ήταν γεμάτος λιχουδιές, μπύρες και σόδες ενώ η φιλική ατμόσφαιρα έδειχνε ότι η μπάντα απευθυνόταν κυρίως σε φίλους και οπαδούς. Το μάτι μου πήρε και μέλη από γνώστες και μη εξαιρετέες μπάντες του χώρου: Thimios Krikos (Innerwish), Yiannis Papanikolaou (Diviner, ex-Innerwish, ex-Battleroar) και Stathis Pavlantis (Reflection) μεταξύ άλλων.

Την παρουσίαση ανέλαβε ο Kostas Tzortzis (κιθάρες). Πριν συνεχίσω να αναφέρω και κάποια σημαντικά credits: Η παραγωγή του δίσκου έγινε από τον Kostas Tzortzis, την ηχοληψία ανέλαβαν οι Thimios Krikos, Stamos Vasilakis και Stathis Pavlantis, το mixing & mastering έγιναν από τον Arthur Rizk (Eternal Champion, Summerlands), ενώ το εξώφυλλο από τον Mars Triumph (Triumpher).
Πάμε λοιπόν να δούμε το υλικό track by track.
1. The Last Mythkeeper: Η εισαγωγή δίνει το στίγμα για αυτό που θα ακολουθήσει.
2, The Missing Note: Το πιο “fast” και “direct metal” κομμάτι του άλμπουμ, με riffs που γρηήγορα εξελίσσονται σε κλασικό Battleroar ύφος. Η φωνή του νέου τραγουδιστή της μπάντας –Marios Karasoulis– εντυπωσιάζει με τη χροιά της: ένας εξαίρετος συνδυασμός Mark Sheldon, JD Kimball και Gabriele Grilli.
3. Atē, Hybris, Nemesis: Ατμοσφαιρικό, αργό, με το βιολί να κυριαρχεί και να λειτουργεί σχεδόν σαν δεύτερη φωνή. Στο τρίτο μέρος γίνεται το κομμάτι γίνεται πιο γρήγορο, “direct metal”, με το βιολί πάντα στο προσκήνιο.
4. Legacy of Suffering (Flagellants): Mid-tempo doomy και aggressive κομμάτι με επιρροές από Solitude Aeturnus και Morgana Lefay. Η μια κάποια αίσθηση σκοτεινής παράνοιας που υπάρχει εδώ, ενισχύεται από τα trembling βιολιά και τα αγωνιώδη φωνητικά.
5. The Earth Remembers, the Rain Forgives: Γρήγορο, Manowar-ish κομμάτι με majestic vibe και catchy chorus μας πηγαίνει κατευθείαν στις πρώτες μέρες της μπάντας.


6. What is Best in Life?: Mid-tempo, “direct metal” σύνθεση, με riffs επηρεασμένα από Doomsword και το vibe της Gerrit Mutz περιόδου των Battleroar να είναι διάχυτο.Ο Michael σε εντυπωσιακή απόδοση.
7. Chaosbane: Βασανιστικά αργόσυρτο με τα φωνητικά του Michael να μετατρέπουν το κομμάτι σε doom / epic metal ύμνο. Οι αλλαγές στο τέμπο και γενικά όλο το στήσιμο του κομματιού, κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον.
8. Wiled the Myth: Το κομμάτι που κλείνει το άλμπουμ, σαν τραγικό φινάλε μιας αδυσώπητης μάχης. Εξαιρετικό εισαγωγικό doomy riff, classic heavy metal εναλαγές και ένας πομπώδες επίλογος που σου χαράσσεται στο μυαλό. Το κομμάτι συνεχίζει την παράδοση επικών στιγμών της μπάντας -βλέπε “Death Before Disgrace” και “Enchanting Threnody”-.
9. Storm Inside: Πρόκειται για ένα bonus track, αλλά μην ανησυχείτε, δεν είναι καθόλου “χαμηλότερης ποιότητας”. Αντίθετα, είναι ένας μικρός doom / epic metal metal ύμνος που οδηγείται σε ένα θριαμβευτικό φινάλε, στο ύφος του “Poisoned Well” από το “Blood of Legends”. Θα μπορούσε να βρισκόταν κάπου μέσα στο άλμπουμ (ίσως πέμπτο ή έκτο κομμάτι), αλλά λόγω περιορισμών της vinyl έκδοσης, λειτουργεί ως CD bonus. Το λάτρεψα.
Εν κατακλείδι:
Όπως ίσως παρατηρήσατε, χρησιμοποίησα αρκετά εισαγωγικά, ειδικά στην περιγραφική φράση μου “direct” metal, οπότε ας το εξηγήσω: Το Petrichor δεν είναι ένα εύκολο άλμπουμ. Έχουμε κομμάτια με αφηγηματικές δομές, με ακούστικα parts και με ρυθμική ποικιλία. Όχι εδώ δεν θα ακούσεις τα συνηθισμένα “verse-bridge-chorus” κομμάτια.
Δεν υπάρχουν catchy sing-along choruses ούτε up-tempo σημεία τουλάχιστον όχι όπως αυτά εμφανίζονται τις περισσότερες φορές μέσα σε διάφορα epic metal κομμάτια. Εδώ έχουμε ένα σκοτεινό, μελαγχολικό και κυριολεκτικά επικό άλμπουμ που όμως καταφέρνει να συντηρεί πνοή ελπίδας σε όλη του τη διάρκεια, δημιουργώντας ένα γοητευτικό μεταίχμιο. Ο Michael κυριολεκτικά κλέβει την παράσταση, πηγαίνοντας το άλμπουμ ως προς το σύνολο του, σε άλλο επίπεδο.
Το Petrichor στέκεται αντάξια μέσα στη κληρονομιά της μπάντας, και πιστεύω ακράδαντα ότι αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά comebacks, οκτώ χρόνια μετά το “Codex Epicus”.
Οι Battleroar επέστρεψαν.
Κείμενο / φωτογραφίες: Zippo
Φώτο εξωφύλλου: BattleroaR Facebook Page

