Το “Σινεμά Βαριετέ” έχει κυκλοφορήσει εδώ και δυόμισι μήνες.
Άργησα να ασχοληθώ μαζί του, αν και αποτελεί ένα ανεκτίμητο μουσικό indie κόσμημα διότι ήθελα πραγματικά να συνθέσω το κατάλληλο πλαίσιο μέσα στο οποίο θα έκανα την παρουσίασή του. Διότι είναι ένα άλμπουμ που αποδεικνύει ότι η εγχώρια εναλλακτική σκηνή όχι απλά δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τη διεθνή αλλά είναι πλέον ένα σημαντικό, ξεχωριστό κομμάτι της. Και αυτό είναι ίσως και το πιο ώριμο χαρακτηριστικό της σημερινής ελληνικής indie σκηνής. Έπαψε να αισθάνεται την ανάγκη να αποδείξει ότι «μπορεί να ακούγεται ξένη». Αντίθετα, μπορεί να εμπνέεται με την αμερικανική ψυχεδέλεια ή τη βρετανική pop και ταυτόχρονα να διατηρεί μια δική της -μεσογειακή- αίσθηση μελωδίας.
Κάθισα, λοιπόν, και σκάρωσα ένα μίνι αφιέρωμα στην ελληνική indie σκηνή, καθώς όπως το “Σινεμά Βαριετέ” δεν αναλώθηκε σε μουσικές κοινοτοπίες και στείρα στερεοτυπία, έτσι και το κείμενό μου ήθελα να προσδίδει κάτι απρόσμενα ουσιαστικό – την ανάδειξη των ριζών του πριν προσδιορίσει τους καρπούς του.
Για δεκαετίες ολόκληρες η ελληνική εναλλακτική μουσική έμοιαζε να ζει αποκλειστικά στο περιθώριο – είχε σχεδόν φτιαχτεί για να μένει στις παρυφές της κοινωνίας. Υπήρχαν πάντα αξιόλογες μπάντες, δημιουργικοί και πρωτοπόροι μουσικάνθρωποι και φυσικά, δίσκοι που άξιζαν πολύ περισσότερα από όσα τελικά πήραν, εξαιτίας των εποχών που κυκλοφόρησαν.
Συνηθίζαμε, παρεΐστικα, να τα λέμε «πέτρινα χρόνια».
Κι όμως ανθοφορούσαν καλλιτεχνικά, τα αποτελέσματα ωστόσο έμοιαζαν με μεμονωμένες εξαιρέσεις – δεν πρέπει να ξεχνάμε, άλλωστε, ότι στη χώρα μας είχαμε για δεκαετίες ολόκληρες μια απόλυτη κυριαρχία του λαϊκού τραγουδιού. Ό,τι διαφορετικό -εναλλακτικό- προέκυπτε φαινόταν σαν μικρό στίγμα πάνω σε έναν εγχώριο μουσικό χάρτη και η γραμμή που έφτιαχνε δεν είχε ακόμη αποκτήσει συνοχή.
Ένας δρόμος στο πουθενά.
Αν κάποιος μιλούσε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 για μια αυτόνομη ελληνική indie σκηνή με διεθνή προσανατολισμό, πιθανότατα θα ακουγόταν αιθεροβάμονας και υπερβολικός.
Είκοσι περίπου χρόνια αργότερα, θα δικαιωνόταν!
Διότι στην περίοδο που μεσολάβησε, η Ελλάδα γνώρισε -κατά την ταπεινή γνώμη μου- μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιόδους δημιουργικής αναζήτησης στην ιστορία της εναλλακτικής της σκηνής. Όχι επειδή ξαφνικά εμφανίστηκαν περισσότερο ταλαντούχοι μουσικοί από πριν. Η Ελλάδα είχε πάντα ανθρώπους με ιδέες, αισθητική και μουσική παιδεία. Αυτό που άλλαξε ήταν το περιβάλλον. Το λεγόμενο πλαίσιο. Για πρώτη φορά, μια γενιά καλλιτεχνών απέκτησε τα μέσα ώστε να δημιουργήσει χωρίς να περιμένει την έγκριση ενός συστήματος που έτσι κι αλλιώς είχε αρχίσει να καταρρέει.
Η εικόνα και η πραγματικότητα της μουσικής έκφρασης ήταν πλέον εντελώς διαφορετική. Κι όλα αυτά, δίχως να αναφέρομαι καθόλου στην τεχνητή νοημοσύνη. Αντιθέτως, κινούμαι σε μια πλήρως διαφορετική κατεύθυνση – στο πώς το βαθύτερο, εσωτερικό και ανθρώπινο στοιχείο βρήκε τρόπο να πλαστεί και πλάσει μέσα από την αυθεντική, ορμέμφυτη καλλιτεχνία, συγκεκριμένα τη μουσική.
Υπάρχει, όντως, ένα ρεύμα ελληνικής indie μουσικής;
Ναι.
Σαφέστατα.
Σήμερα δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς πολύ για να συναντήσει πάμπολλα ανεξάρτητα συγκροτήματα που ισορροπούν ανάμεσα στην ψυχεδέλεια, το garage, το dream pop, τη folk, το shoegaze, το post-punk ή το krautrock με φυσικότητα και αυτοπεποίθηση. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αυτά τα σχήματα δεν μοιάζουν πλέον με απομονωμένες περιπτώσεις. Συνθέτουν μια πραγματική κοινότητα δημιουργών, μικρών εταιρειών, στούντιο, συναυλιακών χώρων και ακροατών που αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον και κινούνται παράλληλα ή και τέμνουν τις πορείες τους σε συμβιωτικά δρώμενα και συν-δημιουργίες. Έφτιαξαν -κι έτσι, απέκτησαν- κάτι που η Ελλάδα σπάνια διέθετε στο παρελθόν, μια μεγάλη indie μουσική σκηνή με συνέχεια και κυρίως, αναγνωρισιμότητα εκτός συνόρων.
Δεν υπήρξε κάποια στιγμή-ορόσημο που να εξηγεί αυτή την αλλαγή, τη μεταμόρφωση στην ελληνική μουσική πραγματικότητα. Αντίθετα, ήταν το αποτέλεσμα πολλών, μικρών και μεγάλων κοινωνικών μεταβολών, που συνέπεσαν σε ένα κυριολεκτικά μεταιχμιακό ιστορικό γίγνεσθαι.
Αναμφίβολα, η τεχνολογία του διαδικτύου συνέβαλε τα μέγιστα.
Τα σύνορα της διανομής καταργήθηκαν, πλατφόρμες έδωσαν στους μουσικούς τη δυνατότητα να παρουσιάσουν τη δουλειά τους χωρίς την έγκριση κάποιου μεγάλου label, τα home studios έκαναν οικονομικά εφικτή μια έστω πρόχειρη παραγωγή, το recording, ακόμη και το mastering, έγινε μια οικιακή υπόθεση κι έπαψε να αποτελεί προνόμιο των λίγων. Σαφώς κι υπάρχει αντίλογος σε όλα αυτά. Όμως αυτό το κείμενο δεν αφορά τούτον τον αντίλογο – είναι η προσωπική κατάθεση ψυχής ενός Xennial μουσικόφιλου που με χαρά -και μένοντας στα θετικά- θέλει να ευχαριστήσει τα νιάτα του εδώ και τώρα αυτής της πολύπαθης χώρας και να προβάλει τη δική τους σημαντική καλλιτεχνική κατάκτηση! Διότι για πρώτη φορά, ένας Έλληνας μουσικός, είτε βρισκόταν σε μεγάλο αστικό κέντρο, είτε στην επαρχία, μπορούσε να κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ με έδρα την Θεσσαλονίκη, την Αθήνα ή την Καβάλα και τούτο θα έφτανε την ίδια μέρα σε έναν ακροατή στο Λονδίνο, το Βερολίνο ή το Τόκιο.
Αλλά δεν ήταν μονάχα θέμα διαδικτύωσης, τεχνογνωσίας και ταχύτητας.
Μέγας χορηγός για την άνθιση της indie σκηνής υπήρξε η οικονομική κρίση – believe it or not!
Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, η μεγαλύτερη κοινωνική και οικονομική δοκιμασία της σύγχρονης Ελλάδας, μέσα στα μνημόνια, την κομματική απαξίωση και την πολιτική παρακμή, τον λεγόμενο εξευγενισμό -ουσιαστικά έναν βίαιο ανθρωπογεωγραφικά παραμορφωτικό εκτοπισμό- και τα τόσα αδιέξοδα, λειτούργησε ταυτόχρονα ως καταλύτης μιας απρόσμενης πολιτιστικής άνθησης. Τα υποτιθέμενα μεγάλα ονόματα, συνηθισμένα σε παντελώς άλλες οικονομικές συνθήκες αναγκάστηκαν και αυτοπεριορίστηκαν, τα εμπορικά μοντέλα κατέρρευσαν και η προσδοκία μιας μεγάλης, χρυσής ευκαιρίας -αντίστοιχης του Αμερικάνικου Ονείρου- έπαψε να αποτελεί ρεαλιστικό στόχο. Αντί όμως να οδηγήσει στη σιωπή, αυτή η κατάρρευση απελευθέρωσε ένα κύμα δημιουργών που δεν είχαν πλέον κανέναν λόγο να περιμένουν την αποδοχή του συστήματος. Η ανεξαρτησία δεν ήταν πια αισθητική επιλογή, ήταν ο μόνος -σωστός- δρόμος για να προχωρήσουν μπροστά. Όταν οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρίες σταμάτησαν να επενδύουν στην ελληνική μουσική, οι πραγματικά εναλλακτικοί μουσικοί ανέτρεψαν όσα ήταν -φαινομενικά- εναντίον τους και τελικά δημιούργησαν κάτι που ίσως δεν θα είχε υπάρξει ποτέ κάτω από πιο συμβατικές συνθήκες.
Έτσι γεννήθηκε μια γενιά δημιουργών που δεν όφειλε -σχεδόν- τίποτα σε κανέναν. Δεν έγραφε τραγούδια για το ραδιόφωνο, δεν πρόσβλεπε σε τηλεοπτικές εμφανίσεις, πιθανόν να μην νοιαζόταν καν για playlists που καθορίζονται από αλγορίθμους. Έγραφε επειδή μπορούσε. Και αυτή η ελευθερία μπορεί, πραγματικά και ακούγεται σχεδόν σε κάθε αξιόλογη ελληνική ανεξάρτητη κυκλοφορία της τελευταίας 15ετίας.
Άλλος, εξίσου σημαντικός καταλύτης υπήρξε η πανδημία – sad but true!
Η απομόνωση, αυτή η φρικτή έλλειψη σωματικής επαφής γέννησε την ανάγκη για εξ αποστάσεως επικοινωνία και όλη η ψυχολογική πίεση έγινε εφαλτήριο δημιουργικής έκφρασης. Μέσα από την υπαρξιακή αναζήτηση της ίδιας της θέσης του ατόμου σε μια τέτοια, πρωτόγνωρη κατάσταση αποκοπής από το σύνολο, η τέχνη βγήκε -όπως πάντα σε τέτοιες, ακραίες συνθήκες- νικήτρια, βοηθώντας αναρίθμητους, ειδικά νέους ανθρώπους, να βρουν τον αληθινό παλμό τους και να τον καταγράψουν μουσικά.
Παράλληλα, συνέβη κάτι εξίσου ενδιαφέρον. Ενώ όλος ο κόσμος φαινόταν να επιταχύνει προς το ψηφιακό μέλλον, μεγάλο μέρος της ελληνικής indie σκηνής άρχισε να κοιτάζει προς τα πίσω. Όχι μόνο από νοσταλγία, αλλά ίσως από ανάγκη να ξαναβρεί την υλικότητα της μουσικής – την πολυπόθητη επαφή, θα τολμήσω να εικάσω. Fuzz κιθάρες, farfisa και hammond, αναλογικές ηχογραφήσεις, ψυχεδελικές αρμονίες και folk μελωδίες ή η απτή επιστροφή των ’60 δεν μπορεί να ήταν η αναπαράσταση μιας άλλης εποχής που άλλωστε δεν έζησαν ούτε καν οι γονείς των νέων δημιουργών, αλλά -πιθανόν- μια αντίδραση απέναντι στην υπερβολική καθαρότητα, την κουραστική ομοιογένεια και την αποστείρωση του σύγχρονου ψηφιακού ήχου.
Σε κάθε περίπτωση, η DIY λογική δεν ήταν πλέον απλώς μια αισθητική επιλογή ή ένα σύνθημα. Ήταν ο τρόπος λειτουργίας μιας ολόκληρης -νέας- γενιάς. Ηχογραφήσεις σε μικρά στούντιο, ανεξάρτητες κυκλοφορίες, αυτοοργάνωση συναυλιών, συνεργασίες έξω από τα παραδοσιακά δίκτυα. Η έλλειψη πόρων μετατράπηκε σε δημιουργική ελευθερία. Οι μουσικοί δεν είχαν πλέον την υποχρέωση να ακολουθήσουν μια αγορά που δεν υπήρχε. Μπορούσαν να δημιουργήσουν τον δικό τους μικρό κόσμο.
Και αυτός ο κόσμος είχε πολύ συγκεκριμένη αισθητική. Το αναλογικό και το ατελές άσκησε μια ιδιαίτερη γοητεία στη διαμόρφωσή του κι ήταν ίσως μια συνειδητή επιλογή, ένας τρόπος ώστε να επιστρέψει η ανθρωπιά στη μουσική.
Όχι ότι αυτό διέφυγε τα ραντάρ της μουσικής βιομηχανίας αλλά -ξαναλέω- τούτο το κείμενο δεν θέλει να φέρει καμιά γκρίνια στη γιορτή – μια γιορτή μουσική, μια γιορτή ανεξάρτητη.
Βέβαια, η όλη μαγεία της αναλογικότητας -άσχετα από αιτίες κι αφορμές- εξηγεί και τη μοναδική σχέση που ανέπτυξε η νέα indie σκηνή με το βινύλιο. Η αναγέννηση του αναλογικού μέσου ήταν σίγουρα μια παγκόσμια τάση που έφτασε κάπως καθυστερημένα στην Ελλάδα αλλά ταίριαξε ιδανικά με μια κουλτούρα που ήδη αναζητούσε αυτό που λέγεται «αντικείμενα με προσωπικότητα». Δεν είμαι ικανός να το κρίνω – ομολογώ πως είμαι θύμα του εν λόγω υλισμού άρα αναξιόπιστος, υποκειμενικότατος κριτής στα περί φορμά φετιχισμού. Σε κάθε περίπτωση, στον γενναίο, νέο κόσμο της παρατεταμένης παγκόσμιας κρίσης, παραδόξως ένας δίσκος βινυλίου φάνηκε να στριφογυρίζει κυριολεκτικά παντού -σε ταινίες, διαφημιστικά σποτ, βίντεο καναλιών, φωτογραφίες μέσων δικτύωσης- και φυσικά, πέρα από απλώς ένας τρόπος να ακούσεις μουσική, παρέμενε ένα θελκτικό έργο τέχνης, μια δήλωση αισθητικής, που και αυτή ταίριαξε στην φρέσκια indie φιλοσοφία.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, εταιρείες όπως η Inner Ear Records, η Veego Records, η Sound Effect Records, η Puzzlemusik και αρκετές ακόμη, απέκτησαν ρόλο πολύ μεγαλύτερο από αυτόν μιας απλής δισκογραφικής. Έγιναν ο ιδιαίτερος τόπος μιας μουσικής κοινότητας. Δημιούργησαν τον απαιτούμενο χώρο όπου διαφορετικοί καλλιτέχνες μπορούσαν να συνυπάρξουν, από την ψυχεδέλεια μέχρι το post-punk, από το folk μέχρι την ηλεκτρονική μουσική. Η ελληνική indie σκηνή δεν απέκτησε έναν συγκεκριμένο ήχο αλλά διαφαινόταν να έχει μια κοινή νοοτροπία.
Και μια ταυτότητα που σταδιακά, αργά αλλά σταθερά, άρχισε να αναγνωρίζεται πολύ πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Ο υπόλοιπος κόσμος κοιτούσε πλέον προς τα εδώ.
Όχι -μόνο- επειδή η Ελλάδα ήταν η εξωτική περίπτωση μιας χώρας για περιπτωσιολογική μελέτη αλλά επειδή υπήρχε πραγματική δημιουργική ενέργεια που δεν γινόταν πια να την αγνοήσεις!
Διεθνή μουσικά μέσα άρχισαν να παρουσιάζουν καλλιτέχνες από την ελληνική underground σκηνή, ενώ η Αθήνα ειδικότερα εμφανίστηκε σε αρκετά διεθνή πολιτιστικά ρεπορτάζ ως μια πόλη όπου το οικονομικό κραχ συνυπήρχε με ένα καλλιτεχνικό μπουμ. Η απάντηση που είχε σημασία δεν ήταν στην ερώτηση “πώς δημιουργείται μουσική σε μια χώρα που περνά κρίση;” αλλά στο “τι μπορεί να δημιουργήσει μια κοινωνία όταν οι παλιές δομές καταρρέουν;”
Θα μπορούσα να γράψω ένα ακόμη κείμενο για το αγαπημένο μου ελληνικό heavy metal – ένα ακόμη πιο ισχυρό μουσικό φαινόμενο που κέρδισε την παγκόσμια αναγνώριση μέσα στην ίδια εποχή. Ίσως για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Και πιθανόν να ισχύει κάτι τέτοιο και για είδη που δεν πολυκατέχω.
Όμως, το πραγματικά ξεχωριστό κατά την γνώμη μου είναι η αναγνώριση της νέας ελληνικής indie σκηνής, διότι ξεφεύγει από ένα μονάχα τυπικό μουσικό ιδίωμα και πετυχαίνει μια επιτυχία που απλώνεται σε όλη την πανέμορφη παλλέτα της πολυμορφίας της!
Το The Quietus και το Wire εξύμνησαν την ελληνική νέο-ψυχεδέλεια, το Kerrang το στιβαρό εγχώριο stoner, το NME έχει προβάλει επιλεκτικές indie/alternative κυκλοφορίες, το Huck Magazine είχε αφιέρωμα στο ελληνικό underground, το Pitchfork αναγνώρισε την παγκόσμια κλάση των ελληνικών κυκλοφοριών ενώ ασχολήθηκε μέχρι κι η The Guardian, η οποία μετά το 2012 έβγαλε σειρά άρθρων για το “πολιτιστικό resilience” της Αθήνας.
Για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες, η Ελλάδα δεν εξήγαγε μόνο μεμονωμένους μουσικούς.
Εξήγαγε μια ολόκληρη σκηνή.
Θέλησα λοιπόν να τοποθετήσω την νέα κυκλοφορία της Αριάννα Κ μέσα στο ευρύτερο οικοσύστημα της indie ελληνικής μουσικής, η οποία ναι, κόντρα σε όλα, ανθίζει εδώ και χρόνια αδιάκοπα, κάνοντάς μας χαρούμενος και περήφανους.
Αλλάζοντας το ύφος του ήχου της συγκριτικά με το ντεμπούτο της, “Early Landed” (Sound Efeect, 2018) και αντικαθιστώντας την αγγλική γλώσσα στους στίχους με την μητρική της, η Αριάννα Κ, σε συνεργασία με το συγκρότημά της, Το Κομμάτι Που Λείπει, μάς χάρισε με το “Σινεμά Βαριετέ”, την επιτομή αυτής της άνθισης.

Ένα άλμπουμ πειραματικό, που προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει έναν κάπως vintage ήχο ως φυσική συνέχεια μιας μεταμορφωτικής πορείας. Η ψυχεδέλεια, η folk, η κινηματογραφική pop, οι αναφορές στη motown και την ευρωπαϊκή art-pop συγκεράζονται ιδανικά, δημιουργώντας μια μοναδική ατμόσφαιρα.
Σε αυτή την ατμόσφαιρα συμβάλλει επίσης η φοβερή ενορχήστρωση αλλά η καταπληκτική στιχουργία.
Οι στίχοι, πραγματικά ποιητικοί, δίνουν μια ξεχωριστή αξία σε αυτή τη δουλειά και συχνά λειτουργούν σχεδόν εικαστικά, κάτι που αιτιολογεί τον τίτλο του δίσκου, καθώς το ρεύμα του cinéma vérité δεν αφορά στην αντικειμενική ή την εμφανή πραγματικότητα αλλά όσα υπονοούνται απ’ αυτήν – μια αλήθεια κρυμμένη πίσω από τον ρεαλισμό.
Έτσι, τα τραγούδια στο “Σινεμά Βαριετέ”, ηχούν άλλοτε σαν βίωμα, μια spoken word καταγραφή ημερολογίου ή ενδοσκοπική φιλοσοφία electro-rock μονολόγου και άλλοτε σαν ασάλευτο χρονικά ενσταντανέ υπερβατικής ambient ή ρυθμικής alternative μελωδικότητας, εκφράζοντας το συναίσθημα ανάμεσα στην πραγματικότητα και στον τρόπο που την αντιλαμβανόμαστε.
Εκτός από την Αριάννα Καρανικόλα (φωνή, πιάνο, keyboards), στο άλμπουμ παίζουν οι Πάνος Τόγιας (τύμπανα), Andrei Nastasa (βιολί) και Μηχανικό Κεφάλι (βιολί), ενώ συμμετέχει στα φωνητικά η Ιφιγένεια Βιντζηλαίος. Επιπλέον συμμετέχουν ο Andreas Thomas (μπάσο, φωνητικά) και ο Ξάνθος Παπανικολάου (Bazzoka, Soma) που συμπράττει στις κιθάρες μαζί με τον πατέρα της Αριάννας, Γιώργο Καρανικόλα -που επίσης υπογράφει την παραγωγή του άλμπουμ- και ο συμπαίκτης του στους Last Drive, Αλέξης Καλοφωλιάς στο μπάσο.
Το “Σινεμά Βαριετέ” κυκλοφόρησε στις 29 Απριλίου σε limited edition LP από τη Veego Records.

