18 Ιουλίου 2024
Extras

Aphrodite’s Child – 666 (Vertigo – 1972)

Aphrodite’s Child – 666 (The Apocalypse of John, 13/18)
(Vertigo – 1972)

Αντί προλόγου

Είναι μερικές φορές αρκετά δύσκολο να χρησιμοποιήσει κάποιος τον γραπτό λόγο για να μεταφέρει συναισθήματα. Ειδικά όταν αυτά τα συναισθήματα είναι ιδιαίτερα έντονα, η διαδικασία μεταφοράς τους με την μορφή λέξεων γίνεται ακόμα δυσκολότερη. Χρησιμοποιώ αυτήν την ίσως τετριμμένη εισαγωγή διότι η περίπτωση του δίσκου που φιλοξενώ στην στήλη του συγκεκριμένου τεύχους είναι σίγουρα ιδιαίτερη. Ομολογώ πως όσο και να προσπαθώ να βάλω σε μια τάξη όλα όσα θέλω να γράψω για αυτό το αριστούργημα τελικά δεν τα καταφέρνω. Έρχονται στο μυαλό κυρίως στιγμές. Όπως για παράδειγμα εκείνη η πρώτη μου επαφή, με το κομμάτι “The Four Horsemen”, εκείνες τις ένδοξες μέρες ραδιοφώνου πίσω στο 1997.

Οι ραδιοφωνικές εκπομπές του τότε ήταν ένα θαυμαστό μέσο για να μάθεις ακόμα περισσότερα για την αγαπημένη σου μουσική, να γνωρίσεις κόσμο με το ίδιο πάθος και να ανοίξεις τα αυτιά σου. Είτε ήσουν παραγωγός είτε ακροατής δεν είχε και πολύ σημασία τελικά. Η δίψα ήταν μεγάλη και οι μουσικοί θησαυροί προς ανακάλυψη μα την αλήθεια ήταν -και παραμένουν- πολλοί. Όσοι έχουν ζήσει την δημιουργική μαγεία μέσα σε ένα studio ραδιοφώνου τις καλές εποχές καταλαβαίνουν τι εννοώ. Ένα δημιουργικό μελίσσι, και οι παραγωγοί μεταξύ τους άλλοι νεότεροι, άλλοι παλιότεροι να ανταλλάσσουν μουσικές, κουβέντες, γνώσεις και ενθουσιασμό. Ανήκα στους πρώτους. Μόλις είχα τελειώσει την δικιά μου εκπομπή και κάθισα για παρεούλα στην αμέσως επόμενη, στης οποίας το playlist ο φίλος και παραγωγός είχε συμπεριλάβει τους “τέσσερις καβαλάρηδες”. Το κομμάτι ξεκίνησε… και συνεχίζονταν… Η αφεντιά μου; Με το στόμα ανοιχτό. Είναι γεγονός πως με έλουζε κάτι σαν κρύος ιδρώτας, από έκπληξη και ενθουσιασμό που μετατρέπονταν σε σαστιμάρα η οποία με είχε πραγματικά κυριεύσει. Ο λόγος; Αυτό που άκουγα. “Δεν πίστευα στα αυτιά μου”. Η φράση κολλάει “γάντι” στην περίπτωση μας.

Το τρίτο άλμπουμ των Ελλήνων Aphrodite’s Child με τίτλο “666 (The Apocalypse of John, 13/18)” (ναι σε αυτό αναφέρομαι τόση ώρα), πήρε την θέση του στην στήλη κάπως ξαφνικά και απρόσμενα. Ο Ντέμης Ρούσσος ο άνθρωπος που σφράγισε με την φωνή του ολόκληρη την δισκογραφία της μπάντας, έφυγε από κοντά μας στις 25 Ιανουαρίου του 2015, έτσι λοιπόν η αναφορά στον συγκεκριμένο δίσκο ήταν κάτι σαν… μονόδρομος. Θα μου πείτε τώρα; Γιατί μονόδρομος; Μήπως δεν έχουν οι Aphrodite’s Child ακόμα δύο αριστουργηματικά άλμπουμ ή μήπως ο Ρούσσος μέσα από την προσωπική του καριέρα δεν έχει αφήσει αξιόλογα δείγματα γραφής σε πληθώρα μουσικών τάσεων; Δεκτά όλα αυτά μα όπως και να το κάνουμε το “666” (όπως είναι ο σύντομος τίτλος του) αποτελεί και ιδιαίτερη περίπτωση δίσκου μα και προσωπική αδυναμία. Οπότε… η πένα πήρε μπροστά. Αφήστε που πολλές φορές όλα αυτά τα χρόνια έχω σκεφτεί (κυρίως όταν ακούω τις ποιο εμπορικές στιγμές του Ντέμη) τι άλλες συγκινήσεις θα είχαμε βιώσει αν ο Ρούσσος είχε παραμείνει μουσικά αποκλειστικά στα μονοπάτια που ακολούθησαν οι Aphrodite’s Child… Υποθέσεις… και κουβέντα να γίνεται.

Λίγη ιστορία

Οι Aphrodite’s Child άρχισαν να σχηματοποιούνται το 1967. Το πρώτο line up οριστικοποιείται τελικά στις αρχές του 1968 και αποτελούνταν από τους Βαγγέλη Παπαθανασίου (πλήκτρα), Ντέμη Ρούσσο (μπάσο, κιθάρα και φωνητικά), Λουκά Σιδερά (τύμπανα και φωνητικά), και Αργύρη “Silver” Κουλούρη (κιθάρα). Ο Παπαθανασίου και ο Ρούσσος είχαν ήδη κάνει επιτυχία στην Ελλάδα παίζοντας παλιότερα στους Formynx και στους Idols αντίστοιχα. Η πρώτη τους κοινή ηχογράφηση ήταν στο άλμπουμ In concert and in Studio του Γιώργου Ρωμανού. Η ηχογράφηση ενός demo δύο κομματιών και η αποστολή του στην Philips, αποτελεί ένα σημαντικό βήμα στην πορεία τους μιας και ουσιαστικά τους άνοιξε τις πόρτες στην δισκογραφία (η Mercury στην οποία θα κυκλοφορήσουν -μεταξύ άλλων- τα άλμπουμ και τα singles της μπάντας άνηκε στον ίδιο όμιλο με την Philips). Το demo περιέχει τα τραγούδια “Plastics Nevermore” και “The Other People” και βγήκε τελικά σε 45άρι από την Philips μόνο στην Αμερική με το όνομα του σχήματος (Aphrodite’s Child) να χρησιμοποιείται για πρώτη φορά επίσημα. Η μπάντα βαπτίστηκε Aphrodite’s Child πιθανώς από κάποιον παραγωγό της Philips ο οποίος επιμελήθηκε του ονόματος για να μπορέσει να κυκλοφορήσει το 45ρι! Όπως καταλαβαίνετε οι εταιρίες είχαν ήδη πιάσει δουλειά ενώ η μπάντα ακόμα δεν γνώριζε ούτε το… επίσημο όνομα της! Στο μεταξύ ο Παπαθανασίου παρακινεί τους υπόλοιπους να μετακομίσουν στο Λονδίνο όπου είχε προετοιμάσει κάποιο σχετικό έδαφος για το ξεκίνημα. Η διαδικασία της μετάβασης δεν ήταν και τόσο εύκολη όπως αποδείχτηκε τελικά. Ο Κουλούρης μένει στην Ελλάδα για να εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία ενώ οι υπόλοιποι ξεκινούν μα κάνουν αναγκαστική στάση στο Παρίσι όπου και κολλάνε εξαιτίας κάποιων γραφειοκρατικών προβλημάτων που εμποδίζουν το πέρασμα τους στο Λονδίνο, μα κυρίως εξαιτίας των απεργιών που συνδέονταν με τα γεγονότα του Μάη του 1968. Έτσι το Παρίσι θα γίνει η πόλη από την οποία ξεκινά η σύντομη μα πλούσια καριέρα των Aphrodite’s Child. Το demo έκανε την δουλειά του, οι δισκογραφικές κινήθηκαν γρήγορα και το σχήμα πιάνει δουλειά επί Γαλλικού εδάφους.

Ο δίσκος

Είναι θαυμάσια η πρόσμιξη ψυχεδέλειας με pop στοιχεία που λαμβάνει χώρα στα δύο πρώτα άλμπουμ της μπάντας (End Of The World – 1968, It’s Five O’ Clock – 1969) τα οποία συνιστώ ανεπιφύλακτα για ακρόαση. Στο “666 (The Apocalypse of John, 13/18)” όμως τα πράγματα διαφοροποιούνται μουσικά μιας και ο Βαγγέλης Παπαθανασίου έχει στο μυαλό του για το τρίτο αυτό άλμπουμ υλικό αρκετά διαφορετικό σε σχέση με ότι έχει ηχογραφήσει ως τότε το σχήμα. Είναι απαραίτητο να τονιστεί πως το “666” αποτελεί το κύκνειο άσμα της μπάντας η οποία βρίσκεται στην τελευταία φάση της καριέρας της και πλέον αποτελεί περισσότερο μια ομάδα αρκετών μουσικών η οποία συντάσσεται γύρω από τον Βαγγέλη Παπαθανασίου για τις ανάγκες ηχογράφησης του συγκεκριμένου άλμπουμ.

Το άλμπουμ ηχογραφείται στο Studio Europa-Sonor στο Παρίσι, στο τέλος του 1970 – αρχές 1971. Θα κυκλοφορήσει τελικά από την Βρετανική Vertigo το 1972. Το αποτέλεσμα είναι ένας υπέροχος συνδυασμός Heavy Prog με ψυχεδελικές αναφορές, πειραματική προσέγγιση και μια σχεδόν μυσταγωγική ατμόσφαιρα. Άφθονα πλήκτρα, παραδοσιακά όργανα, απαγγελίες και ψαλμωδίες είναι στοιχεία που κάνουν το μουσικό αποτέλεσμα ακόμα ποιο σύνθετο και ενδιαφέρον. Στιχουργικά ο δίσκος αποτελεί μία προσαρμογή εδαφίων της Αποκάλυψης του Ιωάννη. Τους στίχους έχει γράψει ο σκηνοθέτης Κώστας Φέρρης (μεγάλο κεφάλαιο για το Ελληνικό σινεμά με σημαντικότατες ταινίες στο ενεργητικό του μεταξύ των οποίων το “Ρεμπέτικο”, αξιοσημείωτη μεταξύ άλλων και η ερμηνεία του ως ηθοποιίας στην ταινία “Εξόριστος στην Κεντρική Λεωφόρο” του Νίκου Ζερβού αλλά αυτά θα τα πούμε κάποια άλλη φορά).

Έχουμε να κάνουμε με ένα μεγαλειώδες, μυστηριακό, μαγευτικό και ταξιδιάρικο concept άλμπουμ, για “το soundtrack μιας τεράστιας θεατρικής παράστασης – συναυλίας, που ποτέ δεν ανέβηκε, για το οποίο γράφτηκε ένα ολάκερο (ανέκδοτο) βιβλίο και βεβαίως οι στίχοι”, όπως σημειώνει ο ίδιος ο Κώστας Φέρρης αναφερόμενος στον δίσκο.

Αν δεν έχετε ακούσει το άλμπουμ και σκοπεύετε να το κάνετε, προτείνω να το ακούσετε ολόκληρο χωρίς skips. Έτσι θα μπείτε από πολύ νωρίς στην ατμόσφαιρα του και θα το διαχειριστείτε ως ένα ολοκληρωμένο έργο μουσικής. Αυτός είναι ο σκοπός του άλλωστε και εκεί κρύβεται ένα μεγάλο μέρος της μαγείας του. Το ενιαίο concept του δίσκου δεν αφορά μονάχα μονάχα το στιχουργικό κομμάτι μαι σαφέστατα και το μουσικό.

Παρόλα αυτά δεν μπορεί να μην αναφερθεί κάποιος και σε κάποια κομμάτια του δίσκου ξεχωριστά. Το “Babylon” με την σαγηνευτική 60ς χροιά του, το επικό “The Four Horsemen”, το “Aegian Sea” που αποτελεί ένα από τα ποιο πλούσια και επιβλητικά instrumentals που έχουν ηχογραφηθεί ποτέ. Το μυσταγωγικό “Lament” απλά δικαιολογεί τον τίτλο του, ενώ οι κιθαριστικοί θησαυροί των “The Battle Of Locusts” & “Do It” περιμένουν ανακάλυψη. Η δύνη που δημιουργεί το “The Capture Of The Beast”, παρασέρνει τον ακροατή ενώ η Ειρήνη Παππά στο περιβόητο “Infinity Symbol (∞)” κουβαλάει κάτι απόκοσμο και σαγηνευτικό στην ερμηνεία της. Από τις ποιο ταξιδιάρικες στιγμές του δίσκου το “All The Seats Were Occupied”, όσες φορές και να ακούσω αυτό το κομμάτι πάντα απορώ με το πως έχει καταφέρει να συνδυαστεί ο space μουσικός χαρακτήρας του με αυτήν την σχεδόν αρχέγονη χροιά που δηλώνει μεγαλόπρεπα την παορυσία της μέσα στη σύνθεση. Τα flashbacks της μουσικής εμπειρίας που μόλις βίωσες ακούγοντας τον δίσκο δεν έχουν τοποθετηθεί τυχαία σε διάφορα σημεία του κομματιού, μικρές θυελλώδης επαναλήψεις πριν την τελική νηνεμία, που έρχεται με το “Break” το οποίο ακούγεται σχεδόν καθησυχαστικό σαν επίλογος. Η αισθητική του σχεδόν θα μου φέρει στο μυαλό μουσικά περάσματα που θα γράψουν οι Pink Floyd… αργότερα.

Επίλογος

Έχω γράψει ήδη πάρα πολλά. Θα μπορούσα να γεμίσω σελίδες ολόκληρες μα την αλήθεια, καλύτερα όμως να βάλω μια τελεία και να σας αφήσω να ανακαλύψετε τούτο τον μαγικό δίσκο μόνοι σας, αν δεν τον έχετε ακούσει μέχρι τώρα. Σε αντίθετη περίπτωση δεν νομίζω πως θα σας χαλάσει μια ακόμα ακρόαση. Πρόκειται για μια μουσική περιπλάνηση που χωρίς αμφιβολία αξίζει τον κόπο είτε την βιώνεις για πρώτη φορά, είτε την ξαναζείς.

Χρήστος Παπαδάκης

Πηγές: Η προσωπική μου δισκοθήκη και το αρχείο με δισκοκριτικές του άλμπουμ. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει σε κείμενο από το blog “Δισκορυχείον” του Φόντα Τρούσα, στο οποίο ανέτρεξα για συγυρισμένες πληροφορίες (όπως για παράδειγμα την αναφορά του Φέρρη για τον δίσκο). Το κείμενο γράφτηκε στο Δισκορυχείον με αφορμή τις βινυλιακές  επανεκδόσεις που έγιναν στα άλμπουμ της μπάντας από τις Music on Vinyl / Missing Vinyl.blog.