Θα το παραδεχτώ κι ας τρελαίνομαι με τη συγκεκριμένη σκέψη: όταν ακούγεται το όνομα των Nazareth, στο μυαλό πολλών έρχεται μονάχα η πασίγνωστη μπαλάντα “Love Hurts”.
Όμως οι Nazareth επιβίωσαν από τον πόνο της αγάπης – κι όχι μόνο. Και μετράνε 55 ολόκληρα χρόνια ροκ ιστορίας.
Ήρθε η ώρα, λοιπόν, να ασχοληθούμε με αυτή, όπως της αξίζει, παίρνοντας αφορμή (γιατί όχι;) από το διάσημο single που τους έκανε πασίγνωστους.
Προσωπικά, όταν τους φέρνω στο νου μου τους Nazareth, θυμάμαι αμέσως τη μαγική βραδιά του 2003 που τους είδα ζωντανά στην Υδρόγειο της Θεσσαλονίκης και δεν πίστευα ούτε στα μάτια, ούτε στα αυτιά μου, το πόσο ήταν πραγματικά ένα γκρουπ φτιαγμένο για το σανίδι!
Ναι, είχα στη δισκοθήκη μου το “‘Snaz” και το “Live at the Beeb”, αλλά και το τότε πρόσφατο “Homecoming” και γνώριζα πολύ καλά τί συναυλιακός δυναμίτης ήταν οι Σκωτσέζοι καθώς δεν υπήρχε άνθρωπος που τους είχε δει και να μην λέει πως δεν είχαν χάσει τίποτε από την ενέργειά τους όλα αυτά τα χρόνια της πορείας τους.
Άλλο να στο λένε, κι άλλο να το βλέπεις, να το ακούς, να το βιώνεις, να το εμπειρίζεσαι!
Οι Nazareth είναι, λοιπόν, για μένα, πάνω από όλα ένα συναυλιακό φαινόμενο. Και πάω κατευθείαν στο ότι όποιοι θα τους δούνε στην τελευταία βραδιά του Golden Rules Festival, θα με θυμηθούν· παίρνω την ευθύνη πάνω μου και το υπογράφω δημόσια: θα είναι μία από τις καλύτερες ζωντανές εμφανίσεις που θα έχουν δει στη ζωή τους – προσωπικά, δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερο κλείσιμο για μια αληθινή γιορτή του σκληρού ήχου!
Οι Nazareth είναι επίσης, κατά την ταπεινή μου γνώμη, μια από τις πιο στιβαρές, πολυφωνικές και επιδραστικές ροκ μηχανές της Μεγάλης Βρετανίας, με τεράστια ιστορία και καριέρα που όποτε μού δίνεται η ευκαιρία την υπερασπίζομαι και τη διαλαλώ, καθώς δεν καταδέχομαι να ανεχτώ ότι για τον πολύ -κι αμύητο- κόσμο εξαντλείται σε ένα χιτ και ένα ρεφραίν.
Με τις ρίζες τους στα τέλη του ’60 και στο ιστορικό Ντανφέρμλιν, από τα πρώτα βήματά τους κιόλας, πέτυχαν μια σφυρηλατημένη με πάθος και τσαμπουκά ανέλιξη στα μουσικά δρώμενα της ροκ μουσικής.
Οι Pete Agnew (μπάσο), Dan McCafferty (φωνητικά), Manny Charlton (κιθάρα) και Darrell Sweet (τύμπανα) γεννούν τους Nazareth το 1968. Η πορεία τους στα 70s είναι ξέφρενη, δέκα δίσκοι μέσα σε δέκα χρόνια, συνεχείς περιοδείες και η στροφή από το blues/folk-rock στα πιο τραχιά hard-rock riffs που θα τους χαρακτηρίσει στις επόμενες δεκαετίες.
Το “Razamanaz” (1973) και ειδικά το “Hair of the Dog” (1975) θα τους καταστήσουν διεθνώς αναγνωρίσιμους. Η παρουσία τους στα στούντιο και στη σκηνή είναι συνεχής και αδιάλειπτη για περισσότερο από μισό αιώνα — μια μπάντα που έφτιαξε καριέρα με πείσμα, σκληρή δουλειά και σίγουρα όχι μόνο με το “Love Hurts” που δεν είναι καν δική τους σύνθεση!
Σίγουρα, το συγκεκριμένο τραγούδι έγινε ταυτόσημο με την παγκόσμια αναγνωρισιμότητα των Nazareth αλλά η ουσιαστική, επίσης καθολική αναγνώρισή τους δεν οφείλεται σε αυτό καθαυτό το κομμάτι αλλά σε το τί πραγματικά κρύβεται από πίσω του! Ήταν η συγκεκριμένη εκτέλεση που μεταμόρφωσε το κλασικό τραγούδι του Boudleaux Bryant , με πρώτη ηχογράφηση από τους The Everly Brothers, τον Ιούλιο του 1960. O σπουδαίος Roy Orbison το διασκεύασε το 1961 και ο Jim Capaldi το 1975, την ίδια χρονιά που ακούστηκε και στο “Hair of the Dog” των Nazareth – περιττό να πω ποιο τελικά έμεινε στην ιστορία.
Οι Nazareth απέδειξαν με την μετατροπή του “Love Hurts” σε μια αθάνατη, εμπορικά πετυχημένη power-ballad ότι είναι αληθινοί μάγοι του hard rock. Δεν έκαναν απλά μια διασκευή αλλά δημιούργησαν ένα διεθνές, μουσικό φαινόμενο: το κομμάτι έφτασε στο Νο.8 του Billboard Hot 100 των ΗΠΑ, ήταν Νο.1 των charts σε Καναδά και σε χώρες της Ευρώπης και είχε τεράστια απήχηση σε ολόκληρο τον πλανήτη, σκαρφαλώνοντας σε θέσεις ραδιοφωνικών καταλόγων από τη Βραζιλία και τη Νότια Αφρική μέχρι τη Νορβηγία και την Αυστραλία. Έγινε τελικά χρυσό στις ΗΠΑ και πλατινένιο στον Καναδά.
Όμως το νόημα είναι αλλού: όταν ένα σκληρό ροκ συγκρότημα μπορεί να βγάλει τέτοιο συναίσθημα, τότε καταλαβαίνεις πόσο ευρύ είναι το φάσμα του. Αυτή τη μεταμόρφωση των τραγουδιών, την τόλμησαν και άλλες φορές, με εντυπωσιακά αποτελέσματα, παρότι δεν έφτασαν την εμπορική επιτυχία του “Love Hurts”. To έπραξαν με το “This Flight Tonight” της Joni Mitchell στο “Loud ‘n’ Proud” του ’73 (δεν μπορώ να μην αναφέρω, ως fun fact ότι το διασκεύασαν και οι Iron Savior στο ομώνυμο ντεμπούτο τους το 1997, που θα παίξουν δυο μέρες πριν τους Nazareth στο φετινό Golden Rules Festival), αλλά και στο πρώτο άλμπουμ τους, το 1971, με το “Morning Dew” του Καναδού Bonnie Dobson. Στο “Razamanaz”ακούμε επίσης το ανατριχιαστικό “Vigilante Man” του εμβληματικού Woody Guthrie αλλά και το “Alcatraz” του Leon Russell. Byrds αλλά και Yardbirds παρελαύνουν εμβόλιμα στα tracklists των δίσκων τους τους μέχρι το “Play ‘n’ the Game”, όπου διασκευάζουν The Beach Boys, The Drifters και Alvin Robinson. Είτε ήταν η country του Harlan Howard, είτε η μελωδία του Jeff Barry, η σκοτεινιά του Neil Young ή η αμεσότητα του Bob Dylan, το “Cocaine” του J.J.Cale, το “Victoria” των Sweet, ή το “Ruby Tuesday” των The Rolling Stones, οι Nazareth το έκαναν δικό τους – με μοναδικό τρόπο, οργανικά, κομμάτι της ταυτότητάς τους.
Αυτή η μεταφορά τραγουδιών από άλλο ιδίωμα στην προσωπική τους γλώσσα, οικειοποιώντας τα, χωρίς να αλλοιώσουν την ουσία, δείχνει την χαμαιλεόντεια εκτελεστική ικανότητά τους, την ευφάνταστη τόλμη τους μα και τη μουσική ωριμότητά τους.
Κι όλα αυτά, με ένα riff-crafting που έγινε σημείο αναφοράς για την παράδοση του σκληρού βρετανικού ροκ και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της μετέπειτα κιθαριστικής έκφρασης και μια φωνή βγαλμένη μέσα από σιδερένια σπλάγχνα, τραχιά, ανθρώπινη, διαπεραστική.
Οι Nazareth δεν διασκεύαζαν – μετέφραζαν μουσικές ιδέες και τις χάριζαν μετά στον κόσμο του hard rock. Κάνοντας μια μπαλάντα να ακούγεται σαν rock anthem ή παίρνοντας ένα folk κομμάτι και μετατρέποντάς το σε riffαριστό σκληρό τραγούδι, αυτό ξεπερνά κάθε ταμπέλα και σύνορο, με τον ωραιότερο μουσικά τρόπο!
Η κληρονομιά των Nazareth είναι βαρύτιμη.
Το 2018, με την επέτειο των 50 χρόνων τους και την κυκλοφορία του 24ου στούντιο άλμπουμ τους, “Tattooed On My Brain”, οι βετεράνοι του βρετανικού hard rock, γύρισαν σελίδα στην ιστορία τους, με την αντικατάσταση του αείμνηστου Dan McCafferty από τον Carl Sentance (Persian Risk, Geezer Butler Band, Krokus, κ.ά).
Στο επόμενο και τελευταίο μέχρι σήμερα άλμπουμ τους, “Surviving The Law”, (Frontiers Records, 2022), η σύνθεση του συγκροτήματος παραμένει η ίδια και αποτελείται από τον Jimmy Murrison (τον κιθαρίστα με τη μακροβιότερη θητεία στην ιστορία της μπάντας), τον Lee Agnew (τυμπανίστα των Nazareth από το 1999, μετά τον θάνατο του Darrell Sweet), τον Pete Agnew (ιδρυτικό μέλος, στο μπάσο) και τον τραγουδιστή Carl Sentance.
Σας το υποσχέθηκα και το επαναλαμβάνω: όποιοι θα τους δούνε στην τελευταία βραδιά του Golden Rules Festival, θα με θυμηθούν!

