Ποιο το ειδικό βάρος του άλμπουμ “Fence” των Blues Wire και πώς κατάφερε να κερδίσει τις μεταλλικές καρδιές;
Πριν απαντήσω στην ερώτηση, επιτρέψτε μου μερικά λόγια για την εμβληματική αυτή μπάντα της χώρας μας και τη θέση της στα ελληνικά -και όχι μόνο- μουσικά δεδομένα.
Οι Blues Wire σχηματίστηκαν στις αρχές των 80s, αρχικά ως Blues Gang, και έχουν θεμελιώσει την ελληνική blues σκηνή, επηρεάζοντας όλες τις μετέπειτα γενιές μουσικών∙ αυτό δεν είναι μόνο κοινός τόπος, αλλά καταγράφεται και σε επίσημες βιογραφικές αναφορές του σχήματος.
Τα λόγια της σπουδαίας Katie Webster θα αρκούσαν: «Οι Blues Wire είναι η καλύτερη μπλουζ μπάντα στην Ευρώπη και αξίζουν να ακουστούν από ένα ευρύτερο κοινό.»
Όμως δεν είναι η μόνη που επαινεί αυτό το συγκρότημα. Θρύλοι όπως ο Nick Gravenites και ο Louisiana Red που έχουν μοιραστεί τη σκηνή μαζί τους, εξέφρασαν δημόσια τον θαυμασμό τους για τους Blues Wire. Άρθρα και μαρτυρίες, από κριτικούς και καλλιτέχνες, αναδεικνύουν την αξία τους, ειδικά σε live εμφανίσεις, τόσο σε επίπεδο τεχνικής, εκφραστικότητας και συναίσθησης της blues παράδοσης αλλά και την αποδοχή τους ως μουσικοί πρέσβεις του είδους.
Έχοντας δώσει κυριολεκτικά χιλιάδες συναυλίες σε κάθε λογής χώρους, οπουδήποτε μπορεί κάποιος να φανταστεί, μετρώντας δεκάδες εμφανίσεις σε τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά προγράμματα στην Ελλάδα και το εξωτερικό, και κουβαλώντας μια αξιοζήλευτη δισκογραφία, έχουν διαμορφώσει ένα ολοδικό τους ήχο, χαρακτηριστικό και αναγνωρίσιμο· ένα μίγμα πάθους και ωριμότητας που μόνο το άσβεστο μεράκι και η πλούσια, ουσιαστική και βιωματική εμπειρία μπορεί να προσφέρει.
Οι εμφανίσεις τους σε φεστιβάλ και κλαμπ σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Αυστρία και η Ουγγαρία, όχι μόνο εδραίωσαν αλλά και διεύρυναν τη φήμη τους, η οποία ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από πολυάριθμες ενθουσιώδεις κριτικές στον ευρωπαϊκό Τύπο – από τα πιο ευφάνταστα που θυμάμαι, είναι της ιταλικής Il Messaggero Veneto, που είχε γράψει για τον μπροστάρη του γκρουπ, Ηλία Ζάικο, ότι συνιστά «περπατητό εγχειρίδιο της blues κιθάρας».
Στο διάβα των σαράντα και πλέον ετών της πορείας τους, οι Blues Wire συνόδευσαν συχνά σπουδαίους καλλιτέχνες, όπως η Katie Webster, ο John Hammond, ο Larry Garner, η Big Time Sarah, οι Carey & Lurrie Bell, η Angela Brown, ο Johnny Mars, ο Nick Gravenites, o Magic Slim, ο Louisiana Red και ο Al Copley -για να αναφέρουμε μόνο μερικούς- αποδεικνύοντας ότι έχουν τα κότσια να σταθούν επάξια δίπλα σε κορυφαία και βαρυσήμαντα ονόματα παγκόσμιας καταξίωσης. Η δεξιοτεχνία και η μουσικότητά τους μάς έχει χαρίσει αξέχαστα jam sessions με πρωτοπόρους των blues όπως ο Champion Jack Dupree, με ανερχόμενα αστέρια όπως ο Sherman Robertson, αλλά και με καταξιωμένους Βρετανούς bluesmen όπως ο Dave Kelly και οι Dr Feelgood. Έχουν επίσης ανοίξει συναυλίες θρυλικών μουσικών όπως οι Buddy Guy, John Mayall, Albert King, Otis Rush και οι Fabulous Thunderbirds, γεγονός που καθιστά τους Blues Wire ένα μοναδικό μουσικό φαινόμενο για την ευρύτερη εγχώρια σκηνή.
Η σκηνική τεχνογνωσία τους είναι κάτι απαράμιλλο. Σμιλεύτηκε ως house band στο ιστορικό Παραρλάμα της Θεσσαλονίκης και με λάηβ σε εποχές και μαγαζιά που ο ζωντανός ήχος ήταν ο μόνος τρόπος να κερδίσεις το κοινό σου – τρόπος, που δεν χωρούσε ψέματα και δεν συγχωρούσε στραβοπατήματα!
Αυτή τη λάηβ φλόγα, οι Blues Wire την κρατάνε ολοζώντανη μέχρι σήμερα. Εδώ και χρόνια εμφανίζονται ως τρίο, με τα δύο ιδρυτικά μέλη, Ηλία Ζάικο στις κιθάρες και τα φωνητικά και Σωτήρη Ζήση στο μπάσο, και μαζί τους τη Νίκη Γουρζουλίδου στα τύμπανα.

Μετά από αυτά, ας προχωρήσω στο άλμπουμ-ορόσημο της δισκογραφίας των Blues Wire, το καταπληκτικό “Fence”.
Ένα άλμπουμ που έχει ψηφιστεί μέσα στα 100 καλύτερα άλμπουμ της Ελληνικής Σκηνής για την εικοσαετία 2000-2020 (Όγδοο) αλλά βρέθηκε να αναφέρεται και στην 40χρονη πορεία της ελληνικής μεταλλικής σκηνής (Metal Hammer). Ένα άλμπουμ, λοιπόν, που απολαμβάνει την καταξίωση κυριολεκτικά από όλους!
Το “Fence” κυκλοφόρησε το 2001 από την A&N Records, με ηχογράφηση, μίξη και mastering από τον Γιώργο Μάνιο, στα M Studios της Θεσσαλονίκης. Αποτελεί κομβική κυκλοφορία της ώριμης περιόδου των Blues Wire. Ο Ηλίας Ζάικος έχει γράψει για αυτό: «Να λοιπόν κάτι διαφορετικό! Μετά από χρόνια ακρόασης, πειραματισμού και ατέλειωτων jam, καταλήξαμε να παίζουμε μουσική που αντλεί από πολλά είδη, παρουσιάζοντας με τον καλύτερο τρόπο το πώς αυτή η μπάντα αισθάνεται, αναπνέει και ζει μέσα από τα δικά της, πρωτότυπα τραγούδια.»
Μαζί με τον Ηλία Ζάικο (κιθάρες, φωνητικά) και τον Σωτήρη Ζήση (ηλεκτρικό & ακουστικό μπάσο) έπαιξαν τότε ο Άλεξ Αποστολάκης (τύμπανα) και ο Γιώργος Μπαντούκ (κιθάρες, φυσαρμόνικα, πλήκτρα, φωνητικά).
Με διάρκεια περίπου 70 λεπτών, το “Fence” κατάφερε με την μουσική πολυχρωμία του κι ένα πολυεπίπεδο tracklist, να αγγίξει ακροατές πέρα από το blues ιδίωμα.
Ο πλουραλισμός των συνθέσεων συνιστά, πραγματικά, ένα μάθημα εύρους στην μπλουζ έκφραση, καθώς ο δίσκος ξεδιπλώνει μεγάλη ποικιλία ύφους και φόρμας. Από δυναμικά ηλεκτρικά μέχρι μελωδικά, ακουστικά κομμάτια, η ροή των συνολικά 13 τραγουδιών του “Fence” αναδεικνύει δραματουργία και ηχοχρώματα πέρα από στερεότυπα. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, αυτός είναι ο δίσκος που ακούμε τους Blues Wire περισσότερο απελευθερωμένους από ποτέ, σε πολύ μεγάλα κέφια και εκστατική όρεξη για πειραματισμό.
Από τo ταξιδιάρικο “Wait Till Yesterday” και το εξομολογητικό “Keep Blues Alive” μέχρι το κινηματογραφικό “Ghost Town” και το εσωτερικό “The Quiet Man”, το tracklist είναι γεμάτο εκπλήξεις. Το πώς ενσωματώνεται το ξέσπασμα από το “Move Over” της Janis Joplin στο ρυθμικό γκρουβ του “Jump The Fence” είναι μια απόλαυση!
Για οποιοδήποτε άλλο συγκρότημα, η απόσταση μεταξύ του “Dream” και του “Never Again” με το “Tell Me Why” και το “Graveyard Bound” θα ήταν απαγορευτική για να καλυφθεί μουσικά – όμως όχι για τους Blues Wire του “Fence”.
Κορυφαίες στιγμές, η απίστευτη διασκευή του “Locomotive Breath” των Jethro Tull και το 10λεπτο “Wishbone” με το μεγάλης πνοής οργανικό κλείσιμο – και τα δύο συνοδευόμενα με συγκλονιστικά intros, που αποδεικνύουν την αχαλίνωτη έμπνευση του συγκροτήματος.
Οι Blues Wire στο “Fence” ζωγραφίζουν έναν πανέμορφο μουσικό καμβά, παίζοντας με την ίδια, εντυπωσιακή ευκολία, με boogie και prog ηχοχρώματα, κλασσικό blues ύφος και μοντέρνα έκφραση, δείχνοντας την εξωστρέφεια και τη διάθεσή τους να συνομιλήσουν με ευρύτερο ροκ ακροατήριο.
Η γέφυρα με το κοινό της σκληρής μουσικής είχε πλέον χτιστεί.
Και δεν άργησε να φέρει απτούς καρπούς. Το 2016 το ελληνικό Metal Hammer κυκλοφόρησε tribute CD στους Motörhead (τεύχος Απριλίου), στο οποίο συμμετείχαν και οι Blues Wire με το “Whorehouse Blues” — μια σαφής, τεκμηριωμένη σύμπραξη με το σκληρό μεταλλικό οικοσύστημα της χώρας.
Το “Fence” λειτουργεί τελικά ως ένα άλμπουμ-μομέντουμ: αποτυπώνει ένα ντόπιο συγκρότημα-θεσμό στα καλύτερά του, σε μια συνθετική πανδαισία με αξιομνημόνευτες εκτελέσεις, σηματοδοτώντας το άνοιγμα σε ακροατήρια πέρα από τον στενό πυρήνα του blues – στοιχεία που επιβεβαιώνουν τη διαρκή του απήχηση και εξηγούν την φετινή, ψηφιακή επανέκδοσή του.
«Δεν ξέρω αν το “Fence” είναι ο καλύτερος δίσκος που ηχογραφήσαμε ως Blues Wire, σίγουρα όμως αποτελεί την πιο προσωπική κατάθεση του γκρουπ σε ότι αφορά σύνθεση, ήχο, αισθητική. Μετά από 24 χρόνια, ένα remaster νομίζω του προσφέρει φρεσκάδα.» σχολιάζει ο Ηλίας Ζάικος.

Το ότι οι Blues Wire θα παίξουν φέτος στο Golden Rules Festival, σε μια βραδιά μαζί με τον Κώστα Τουρνά, τους Nazareth και τους Bonfire, είναι μια συγκυρία που μόνο όσοι θα βρεθούνε εκεί θα μπορούν να περιγράψουν την ιδιαίτερη μαγεία της!
Το ότι το σανίδι θα ζεστάνουν συγκροτήματα όπως οι λυρικοί progsters Afterimage, οι ξεσηκωτικοί Telma κι οι μελωδικοί Blacken και Sêcrêt Rángê, όλα ελληνικά γκρουπ γεμάτα ενέργεια και όραμα, είναι ένα μεγάλο δώρο για όσους βρεθούν από νωρίς στη συναυλία.
Κλείνω, κλέβοντας πάλι τα λόγια του Ηλία Ζάικου:
«Τι δουλειά έχει η αλεπού στο παζάρι; Πού πάμε ξυπόλητοι στ’ αγκάθια… Πέρα από πλάκες, οι χαρντροκάδες και μεταλλάδες πάντα μας αντιμετώπιζαν με σεβασμό και τους ευχαριστούμε γι’ αυτό, όπως και για την πρόσκληση στη γιορτή τους… “If music be the food of love, play on!”»

