Φυσικά και δεν μας είναι άγνωστος ο Gus Drax. Πως θα μπορούσε άλλωστε; Ο βιρτουόζος κιθαρίστας έχει αφήσει σημάδι ανεξίτηλο σε δύο από τα σημαντικότερα σχήματα του Ελληνικού prog metal γίγνεσθαι, τους Sunburst και τους Black Fate. Φυσικά δεν χρειάζεται καν να αναφέρω την δεκαετή πορεία και τα χιλιάδες χιλιόμετρα μαζί με τους thrash metallers Suicidal Angels έτσι δεν είναι;
Εδώ έχουμε το δεύτερου προσωπικό άλμπουμ του το οποίο ονομάζεται “Theories of Imperfection” και κυκλοφορεί 16 χρόνια μετά το “In Search of Perfection” ντεμπούτο. Όπως μπορείτε να διαπιστώσετε από τον τίτλο ο καλλιτέχνης επιχειρεί ένα statement ταυτόχρονης σύνδεσης – αντίθεσης θέλοντας μάλλον να φωτογραφίσει όλη την προσωπική του πορεία αναζήτησης μέσα σε αυτή την μιάμιση δεκαετία -και κάτι ψηλά-, τουλάχιστον εγώ έτσι το εξέλαβα.
Για να ρίξουμε μια γρήγορη ματιά στις συμμετοχές πριν πάμε στο ζουμί: Πραγματικά ο Drax έχει δημιουργήσει all star ομάδα εδώ. Τόσο με το βασικό line up, όσο και με τις συμμετοχές. Έχουμε λοιπόν Γιώργο Κόλλια στα τύμπανα, Γιώργο Χαραλαμπίδη στο μπάσο και Bob Katsionis στα πλήκτρα.
Τις ενορχηστρώσεις στα κομμάτια “Sentio Ergo Sum”, “Nocturnal Waltz” και “Final Atonement” ανέλαβε ο τεράστιος Γιάννης Κουτσελίνης (Biomechanical ex-Deceptor) ενώ σαξόφωνο στο “Ethereal Horizon” παίζει ο Λευτέρης Πουλιού. Τέλος στο “Cosmic Shadow” έχουμε την συμμετοχή του Andy James (Five Finger Death Punch) με ένα εξαιρετικό guest solo.
Αντιλαμβάνομαι πως διαβάζοντας όλες τις παραπάνω συμμετοχές ενδεχομένως να σας άνοιξε ακόμα περισσότερο η όρεξη να ακούσετε τον δίσκο, ειδικά δε αν είχατε διαβάσει και την παρουσίαση που είχε κάνει ο Μάνος Μαραγκός στο “Sentio Ergo”, το πρώτο single του άλμπουμ για το οποίο είχε αναφερθεί με ιδιαίτερα θετικά σχόλια. Έρχομαι λοιπόν και εγώ να συμπληρώσω πως το “Theories of Imperfection” είναι ένα αριστουργηματικό άλμπουμ το οποίο ξεχειλίζει από έμπνευση.
Αυτό που με εντυπωσίασε είναι το πόσο απελευθερωμένος ακούγεται στο συγκεκριμένο υλικό ο δημιουργός. Σαν να παίρνει μια βαθιά ανάσα και να αφήνεται στην μέθεξη του οίστρου του, χωρίς να πρέπει κατ’ ανάγκη να ακολουθήσει μια έτοιμη φόρμα όπως θα ενδεχομένως -ή μάλλον σίγουρα- θα συνέβαινε στην διαδικασία σύνθεσης σε κάποια από τις μπάντες του.
Βολτάρει ανενόχλητος από το μπαρόκ και εν γένη το κλασικότροπο κάνοντας πέρασμα από την 70ς κληρονομιά του κλασσικού rock, ενώ χρωματίζει πανέξυπνα με πλήθος τάσεων και αναφορών από το blues μέχρι το flamenco. Και εδώ αναφέρομαι καθαρά στα κιθαριστκά θέματα που είναι το κέντρο βάρους σε κάθε κομμάτι. Θέματα που είναι χτισμένα σε μουσικές βάσεις που ξεκινούν από το συμφωνικό progressive για να φτάσουν μέχρι τις φόρμες του μοντέρνου prog metal.
Πραγματικά εδώ δεν υπάρχει αυτή η αχίλλειος πτέρνα που συναντάμε σε πολλά αντίστοιχα instrumental άλμπουμ, με όλη την φροντίδα να έχει πέσει στα leaks και τα main solos ενώ η βάση της κάθε σύνθεσης να είναι απλά ένα σχεδόν αυτόματα pattern για τα παραπάνω. Όχι, εδώ έχουμε ποικιλόμορφα θέματα που μάλιστα δίνουν χώρο ώστε να αναπτυχθούν οι lead κιθάρες, έχουμε πολυρυθμία που κρατάει το ενδιαφέρον και ενορχηστρώσεις τόσο into the point που λειτουργούν σαν καμβάς χρωματίζοντας το τελικό αποτέλεσμα, με τρόπο αψεγάδιαστο. Όλα τα παραπάνω μέσα σε ένα τεράστιο progressive metal ηχοτοπίο με ορθάνοιχτους ορίζοντες και δημιουργική γενναιοδωρία.
Επιρροές θα βρεις μπόλικες εδώ, Steve Vai, Yngwie Malmsteen, John Petrucci, Symphony X, Time Requiem, Galneryus, Haken και η λίστα θα μεγαλώσει ενδεχομένως όταν ο καθένας από εσάς θα ακούσει το υλικό και θα κάνει τις δικές του συνδέσεις. Εγώ όμως ειδικά σε αυτό το άλμπουμ δεν θέλω να σταθώ στις επιρροές: Θέλω να σταθώ στη μελαγχολική, σχεδόν ρομαντική στόφα των συνθέσεων. Θέλω να σταθώ στο γεγονός ότι ακούγοντας τον δίσκο έπιασα τον εαυτό μου να κλείνει τα μάτια και να ταξιδεύει, και θέλω να αναφέρω πως επέστρεψα πάμπολλες φορές στην ηλεκτρική ποίηση αυτού του αριστουργήματος. Τα αναζήτησα τα κομμάτια, ξανά και ξανά.
Ο Simone Mularoni, ο οποίος ανέλαβε το mixing και το mastering στο Domination Studio, έκανε εξαιρετική δουλειά δίνοντας στο άλμπουμ την ηχητική ταυτότητα που του πρέπει. Τα πάντα ακούγονται πεντακάθαρα και η κάθε νότα παίρνει τη θέση που τις πρέπει. Σύγχρονη προσέγγιση στο σύνολο, μα με μεγάλη προσοχή στη λεπτομέρεια.
Εξαιρετικό και το εξώφυλλο από την ομάδα της. Remedy Art Design. Σε προετοιμάζει κατά μια έννοια για αυτό που θα βιώσεις -και όχι απλά θα ακούσεις-, σε αυτό το άλμπουμ.
Κλείνοντας θα σημειώσω πως απέφυγα συνειδητά να αναφέρω τις λέξεις shred ή shredding πολύ απλά γιατί το “Theories of Imperfection” είναι πολλά παραπάνω από ένα κιθαριστικό shredding άλμπουμ. Είναι ένα ολοκληρωμένο έργο, με μεγαλειώδης συνθέσεις που συγκινούν πραγματικά και ως τέτοιο θέλω να το αντιμετοπίσω στο συγκεκριμένο κείμενο -χωρίς να σημαίνει ότι ο Gus δεν παίζει τις κάλτσες του έτσι;-.

